Ανήκω σε μία γενιά που μεγάλωσε με μουσική από πολλές πηγές: Κασέτες, δίσκους και CD. Νέα ακούσματα από καλά ραδιόφωνα και μπαρ με ψαγμένους DJ. Ήταν μια εποχή πρώιμης μετάβασης από το αναλογικό στο ψηφιακό. Νοικιάζαμε ακόμη βιντεοκασέτες από το βίντεο κλαμπ – μετά ήρθαν τα DVD.
Δεν υπήρχε Facebook, YouTube, Instagram, Snapchat. Ούτε Google. Δεν υπήρχε βασικά καν ίντερνετ στα σπίτια. Ελάχιστοι είχαν – και συνδέονταν με κάτι μόντεμ της κακιάς ώρας σε ταχύτητες αφάνταστα αργές. Όταν χτυπούσε το τηλέφωνο, η σύνδεση έπεφτε. Κι ας μην συζητήσουμε για τιμές.
Τα κινητά τηλέφωνα ήταν ελάχιστα: Άλλωστε, μόλις το καλοκαίρι του 1993 είχε ξεκινήσει η λειτουργία της κινητής. Για να μιλήσεις με ένα κορίτσι, έπαιρνες το ρίσκο να καλέσεις σπίτι της – και συνήθως άκουγες μπινελίκια από τον πατέρα της. Υπήρχαν βέβαια τα καρτοτηλέφωνα – και ο κίνδυνος της συνακρόασης, εάν υπήρχε δεύτερη γραμμή στο σπίτι της. Φωτογραφίες βγάζαμε με φιλμ. Συνήθως χάλια, κουνημένες, χωρίς φίλτρα. Και μετά πλήρωνες για την εμφάνιση και την εκτύπωσή τους. Α, και δεν υπήρχαν σέλφι.

Η γενιά μας μεγάλωσε με τις αλυσίδες και τα λουκέτα στη σχολική τσάντα και ήταν πάντα έτοιμη να καταλάβει το σχολείο ώστε να χάσει μαθήματα, επικαλούμενη διάφορα αριστερόστροφα και αρκετά αληθοφανή επιχειρήματα.
Ο υπογράφων δεν αποτελεί εξαίρεση. Την προηγουμένη την προγραμματισμένης κατάληψης μαζευόμασταν στο πατρικό μου, στην Καλαμαριά, και γράφαμε τα «αιτήματα» σε έναν τότε αρκετά καινούριο, αλλά παλαιολιθικό για τα σημερινά δεδομένα Pentium PC.
Ήταν ένα κάρο από αριστερές μπούρδες – που αναπαρήγαγαν τσιτάτα της ΚΝΕ -, καθώς και λίγα κάπως λογικοφανή αιτήματα. Μετά τα τυπώναμε σε έναν ημιεπαγγελματικό εκτυπωτή το χαρτί του οποίου είχε τρύπες στα αριστερά και στα δεξιά – που θύμιζαν την εκτύπωση ενσήμων του ΙΚΑ.
Ούτε που καταλαβαίναμε τί ζητούσαμε. Ήταν ένα συνονθύλευμα από 2-3 ρεαλιστικά θέματα με μια παρωδία αριστερίστικης θεματολογίας. Όταν (σπάνια πια) βρισκόμαστε με τους παλιούς συμμαθητές, τα θυμόμαστε και γελάμε. Δεν είχαμε – ούτε σκεφτήκαμε ποτέ – καμία πρόταση για βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Και για να το ελαφρύνω: Αναζητώντας αιτήματα για την κατάληψη, είχαμε ανακαλύψει ότι τα σαμαράκια στο δρόμο λέγονται υβώσεις. Έτσι, γράψαμε στα αιτήματα να μπουν υβώσεις μπροστά από το σχολείο από όπου περνούσε το 6 – το θρυλικό κόκκινο λεωφορείο της Σαρακάκη ΑΕ που μας κατέβαζε στο κέντρο. Σαμαράκια δεν μπήκαν ποτέ. Το λεωφορείο του Σαρακάκη πρέπει να κυκλοφορεί όμως ακόμη.
Κλείναμε το σχολείο – το 6ο Καλαμαριάς- για 1-2 εβδομάδες, τα απογεύματα μας επισκέπτονταν εξωσχολικοί από τον Φοίνικα για να παίξουν χαρτιά και να κάνουν φασαρίες και κάποια στιγμή όταν το σύστημα ατόνιζε, η κατάληψη ελύετο κι επανερχόμασταν στη βαρετή κανονικότητα της εγκύκλιας παιδείας. Βόλευε και τους καθηγητές, οι οποίοι κάθονταν και πληρώνονταν. Παρά την κατάληψη όμως, τα παιδιά πήγαιναν το απόγευμα φροντιστήριο. Ήταν μία παρωδία.
Είχε όμως πλάκα. Εάν κανείς τα έπαιρνε αυτά τα πράγματα στα σοβαρά στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τότε πράγματι θα κινδύνευε λίγα χρόνια αργότερα να πιστέψει τα συνθήματα της Γένοβας ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» (με Τσάβες και λοιπούς συντρόφους).
Η γενιά της Γένοβας έβγαλε 14 χρόνια μετά την πρώτη της κυβέρνηση στην Ελλάδα, η οποία αναμετρήθηκε με την κοινή λογική. Νομίζω ότι όλοι θυμόμαστε ποιος κέρδισε. Πάντως συμπόνεσα πραγματικά τον τότε πρωθυπουργό για την αναγκαστική κυβίστηση– μάλλον θα έφταιγαν οι αλυσίδες της κατάληψης που με πείσμα κουβαλούσα στην μαύρη σχολική polo καθ’ όλη τη διάρκεια του Λυκείου.
Στα μισά ελληνικά σπίτια της μεταπολίτευσης για δεκαετίες, ακούγονταν ιστορίες για αριστερούς που κυνηγήθηκαν, μαρτύρησαν, εξορίστηκαν σε νησιά κι έγιναν ήρωες. Στα εικονοστάσια, πλάι στις εικόνες της Παναγιάς όπου πολλοί προπαππούδες μας έβαζαν τον Βενιζέλο, τον Πλαστήρα, τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, μπήκανε και οι αγωνιστές της Αριστεράς – ο Βελουχιώτης, ο Λαμπράκης, ο Παναγούλης, τα παιδιά του Πολυτεχνείου.
Η Αριστερά στην Ελλάδα έγινε ένα ακόμη κυρίαρχο συμπληρωματικό δόγμα στο υπόλοιπο παράλληλο σύμπαν των ιδεών της Ελλάδας. Δεν είναι εύκολο να το οριοθετήσεις αυτόν τον ολόκληρο κόσμο ως σύνολο.
Εγώ θα έβαζα στο κάδρο ένα Πατουλίδειο «γαμώτο», έναν ρομαντικό, λαϊκό εθνοκεντρισμό (σαν Κεμαλισμό light, που είναι όμως ανθρωποκεντρικός, δεν σφάζει και έχει πάψει να εκτοπίζει) που βλέπει την Ελλάδα ως de facto κέντρο του γαλαξία και διαρκές επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, σε ένα παλιομοδίτικο, διαχρονικό μπακάλικο που ψήνει καφέ και σερβίρει ουζάκι, με φόντο μία τουριστική αφίσα του ΕΟΤ της δεκαετίας του 1950.
Ίσως να έβαζα και μία φωτογραφία του Μπαλάφα που από τη μία θα είχε το αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και από την άλλη τα νυχτερινά φώτα της Αθήνας του 1960 – της ανάπτυξης και των καλύτερων ημερών. Και ίσως στο μέσο έναν παπά του ΕΑΜ με τα φυσίγγια και το όπλο. Μία αισιόδοξη και γεμάτη ελπίδα κακομοιριά, ατάκτως ερριμμένη δίπλα σε παρεκκλήσια και ερείπια αρχαίων ναών.
Τίποτε από αυτά δεν είναι ειρωνεία. Η Ελλάδα είναι η πιο ανθρωποκεντρική χώρα της Δύσης κι ένας τόπος όπου και ο τελευταίος άνθρωπος έχει αξία. Επίσης, είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ – θες, δεν θες. Παιδιά του συστήματος που έφτιαξε ο Ανδρέας την δεκαετία του 1980 και παραμέναμε για χρόνια εγκλωβισμένα στην καιόμενη βάτο της ακινησίας – σε μία «μαρμαρωμένη βασίλεια» πρακτικών, ιδεών, προσώπων και παρακαταθηκών.
Άλλωστε, η πρώτη μου ανάμνηση από τον κόσμο ήταν ένα συνέδριο της ΟΤΟΕ, όπου κάποιος κύριος μου κόλλησε αυτοκόλλητο του ΠΑΣΟΚ. Άλλοι τρέχουν και δίνουν περιουσίες για ψυχανάλυση. Εγώ απλά διαβάζω για τον Αντρέα – και ξαναβρίσκω την χαμένη, παιδική μου αθωότητα.
ΤΟ MySpace και το ΠΑΣΟΚ

Πέρα από τη συνήθη δημοσιονομική στενότητα, υπάρχει ένας μεγάλος κατάλογος θεμάτων, η επίλυση των οποίων, μπορεί να διαμορφώσει προϋποθέσεις βελτίωσης της διεθνούς θέσης της χώρας και ισότιμης συμμετοχής της στην 4η βιομηχανική επανάστασης.
Κάποια από αυτά αφορούν την οικονομική και βιομηχανική πολιτική και την αναμόρφωση της εκπαίδευσης. Άλλα τη λειτουργία των θεσμών, την ψηφιακή διακυβέρνηση, τη διπλωματική κινητοποίηση και την αμυντική ενίσχυση. Ορισμένα το περιβάλλον, την αειφορία και την κυκλική οικονομία. Αλλά τα πιο σημαντικά συνδέονται με την ίδια την κοινωνία: Και με τη διεύρυνση της δυνατότητας για ίσες ευκαιρίες για όλους, χωρίς αποκλεισμούς.
Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες, η ελληνική κοινωνία και το κράτος – μέσα στις αγκυλώσεις και την θεαματική του τυπολατρία (εκείνην που έκανε τους Οθωμανούς πολίτες των νέων χωρών να τραβάνε τα μαλλιά τους με την ελληνική γραφειοκρατία πριν από εκατό χρόνια) έδινε τη δυνατότητα σε όποιον πραγματικά το ήθελε και ήταν αποφασισμένος, να πάει μπροστά. Αυτό το νήμα αξίζει πάνω από όλα να ξαναπιάσουμε, εάν θέλουμε να αφήσουμε στα παιδιά μας κάτι καλύτερο από αυτό που παραλάβαμε.
Εδώ είναι Βαλκάνια και συχνά ξεχνιόμαστε μέσα στη ραστώνη μας. Στην υπόλοιπη Δύση η κουβέντα είναι συνήθως πιο ουσιαστική. Με τον Άλεκ Ρος (που έγραψε τις «Βιομηχανίες του Μέλλοντος») κάτι ελάχιστο μας συνδέει. Αυτός όταν ήταν πιτσιρικάς, καθάριζε μουσικά στάδια μετά τα μεσάνυχτα στη Δυτική Βιρτζίνια – ο υπογράφων έβαζε μουσικές στα μπαράκια της Θεσσαλονίκης για να ανοίξουν οι καρδιές των ανθρώπων, με ποτά εισαγωγής, αργά το βράδυ.
Η καινοτομία δεν είναι μόνο ελπίδα, αλλά και πρόκληση. Το γράφει έχοντας στο νου του τους σαραντάρηδες παλιούς του συναδέλφους με τους οποίους καθάριζε τα στάδια. Και οι οποίοι είναι άγνωστο που θα χωρέσουν στο νέο κύμα της τεχνολογικής εξέλιξης.
Σε αυτή την ιστορική περίοδο βρισκόμαστε: Αναπολούμε ένα χθες που δεν θα ξανάρθει. Και προσπαθούμε να μαντέψουμε ένα αύριο αχαρτογράφητο και μη οριοθετημένο. Στο οποίο μπορεί και να χωράμε, μπορεί και όχι. Σε έναν κόσμο που οι καπνοβιομηχανίες κατήργησαν τα τσιγάρα και το διαφημίζουν, είναι ώρα να σκεφτείς έξω από τα συνήθη όρια. Ζούμε τη γένεση μίας αλλόκοτης εποχής την οποία όμως βλέπουμε μέσα από τον δικό μας, παραμορφωτικό καθρέφτη που βρίσκεται στο επίκεντρο του – σφυρηλατημένου από αγγέλους και διαβόλους – παράλληλου ελληνικού σύμπαντος. Η νέα κανονικότητα χτίζεται. Αλλά η μεγάλη εικόνα αργεί να σχηματιστεί.
Κάποτε οι περισσότεροι γνωστοί μου είχαν αποκτήσει προφίλ στο Myspace, στο οποίο όσο γρήγορα μπήκαμε τόσο γρήγορα το εγκαταλείψαμε χάριν της υπόλοιπης κοινωνικής δικτύωσης. Κάποια στιγμή που έκανε μετάβαση σε άλλους server, μάθαμε μάλιστα ότι έχασε έναν τεράστιο αριθμό δεδομένων, διότι δεν διατηρούσε backup. Βέβαια, φαίνεται ότι δεν σταμάτησε να αποτελεί αντικείμενο ελληνικού τύπου επαγγελματικής κατάρτισης – πρωτοπορούμε διαγαλαξιακά εν έτει 2020.
Το Myspace ήταν ηρωικό όταν ξεκίνησε διότι «ξεκλείδωσε» καταπληκτική μουσική, δημιουργώντας αναταραχή στη μουσική βιομηχανία. Θυμήθηκα κάποια στιγμή ένα από τα πρώτα ρεπορτάζ μου στο «Βήμα» – όταν ακόμη δεν είχα κερδίσει το δικαίωμα να υπογράφω τα άρθρα – για τους νέους (σήμερα 40άρηδες) και το διαδίκτυο.
Με πρώτο όνομα τη Monika – που την μάθαμε τότε όλοι από το Myspace. Αλλά και με δηλώσεις συντελεστή αλυσίδας ίντερνετ καφέ, τα οποία τότε είχαν τρομερή ζήτηση, αλλά σταδιακά πήραν τον δρόμο των video club. Ήταν εποχή οριστικής μετάβασης από τις dialup, τα 500ευρα της χρονοχρέωσης και των πρώτων βημάτων της κινητής ευρυζωνικότητας, που παρείχαν κάποιες υποτυπώδεις υπηρεσίες, πριν από την εποχή των smartphones.
Όλα αυτά μου θυμίζουν τις εποχές που ο Ηρακλής στο μπάσκετ έφερνε μετεγγραφή τον Xavier McDaniel – τόσο μακρινή μου φαίνεται. Γυρίζεις πίσω και τρομάζεις. Τον Νοέμβρη του 2007 η Ελλάδα ξεπέρασε το όριο του 1 εκατ. ευρυζωνικών συνδέσεων – από μόλις 200.000 το 2005. Και το 70% των συνδέσεων ήταν έως 1 Mbps. Αλήθεια, πως ζούσαμε;

Πόσα έχουν αλλάξει από τότε; Πόσες κρίσεις – οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, θεσμικές και σχεδόν υπαρξιακές – ζήσαμε; Υπήρξαμε πρόθυμοι δοκιμαστές σε νέες μορφές επικοινωνίας, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να μετατρέπονται σε πιστοποιητικά του ζην, σε επιβεβαίωση και τεκμήρια ύπαρξης. Είμαστε μόνιμοι κάτοικοι του ιστορικού επιταχυντή – χωρίς ανάσα!
Ο χαμός επιταχύνει μία νέα βιομηχανική επανάσταση: Τα smartphones και την κινητή ευρυζωνικότητα, την ελπίδα και τον φόβο που φέρνει η όλο και ταχύτερα εξελισσόμενη τεχνολογία με τους αλγόριθμους και τον κίνδυνο η ψηφιοποίηση αυτή να εισέλθει στον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής, με έναν τρόπο τόσο Οργουελιανό που ούτε ο πιο σκοτεινός εγκέφαλος της Στάζι ή της Γκεστάπο δεν θα φανταζόταν.
Κάθε εποχή έχει κέρδη και απώλειες. Ο λεγόμενος εκδημοκρατισμός των αερομεταφορών και του τουρισμού επέτρεψε σε εκατομμύρια ακόμη ανθρώπους να ανακαλύψουν νέους προορισμούς.
Όμως η ψηφιοποίηση και το διαδίκτυο όχι μόνο οδήγησε σε αποδυνάμωση των παραδοσιακών ΜΜΕ, αλλά και άνοιξε τις πύλες του φρενοκομείου: Ψεκασμένοι, αντιεμβολιαστές, συνωμοσιόπληκτοι, μισαλλόδοξοι και νεοναζί – και μαζί τους η παλιά καλή προπαγάνδα – έφεραν τα fake news και την μεταλήθεια και επισημοποίησαν στον δημόσιο λόγο όλα αυτά που θεωρούνταν απόβλητα από τα πολλάκις εξυβρισθέντα συστημικά ΜΜΕ.
Αλλά τι μου λέτε; Εδώ έσβησε το ΠΑΣΟΚ! Αυτό αρκεί για εισιτήριο διαρκείας στη δυστοπία.
Η δυστοπία και τα σχολικά θρανία

Δεν χρησιμοποιούσα ποτέ τον όρο δυστοπία. Προτιμούσα την ουτοπία, όχι τόσο για λόγους ιδεολογικούς, αλλά γιατί εκτιμούσα το ομώνυμο περιθωριακό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης. Αλλά λίγο τα απότοκα της κρίσης, λίγοι το binge viewing δυστοπικών σειρών – όπως τα “Man in the High Castle” και “The Handmaid’s tale” – έφεραν τη δυστοπία στο καθημερινό μου λεξιλόγιο.
Η επικαιρότητα άλλωστε προσφέρει πολλές αφορμές. Μακρύς ο κατάλογος του αστυνομικού δελτίου. Συχνά, νομίζω ότι οι σκοτεινοί χαρακτήρες των βρετανικών αστυνομικών θρίλερ που βλέπω στο Netflix, έχουν βγει έξω στον πραγματικό κόσμο και βασανίζουν, βιάζουν, στήνουν απάτες και σκοτώνουν. Κι εκεί που πάω να το πιστέψω, θυμάμαι ένα από τα μεγάλα μαθήματα που πήρα στην δημοσιογραφία: Ότι η πραγματικότητα καμιά φορά ξεπερνάει ακόμη και την πιο ακραία φαντασία.
Για καιρό προσπαθούσα να φανταστώ ποιο θα μπορούσε να είναι το νέο τέρας που θα μας περιμένει στην επόμενη γωνιά. Ήταν τελικά ο κορωνοϊός. Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε που ακούσαμε το πρώτο χλιμίντρισμα των αλόγων της ιστορίας. Κόπηκαν τα δάνεια στις επιχειρήσεις, κάηκε η Αθήνα λόγω της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου από τον Κορκονέα, ήρθε το Καστελόριζο και η Marfin, οι αγανακτισμένοι, η κατάρρευση του 2011, η εκλογή της Χρυσής Αυγής η δολοφονία του Φύσσα, η παρ’ ολίγον αποβολή από την ευρωζώνη και το τραυματικό δημοψήφισμα του 2015.
Ως δια μαγείας, την έχουμε βγάλει καθαρή. Με τεράστιες απώλειες, αλλά καθαρή. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο έμαθα να παραβλέπω τερατουργήματα, αθλιότητες και ασύλληπτα ψέματα. Απλά δεν πρέπει να παίρνεις στα σοβαρά κανέναν που σου λέει «ναι, αλλά».
Εάν ο Έλληνας εννοούσε πραγματικά την κάθε χοντράδα που αμολά, θα ήμασταν σε εμφύλιο διαρκείας. Εδώ είναι Βαλκάνια και Μεσόγειος μαζί – δεν βγαίνει άκρη, όλοι έχουν δίκιο και άδικο. Σε μόνιμη θεατρικότητα και συνήθως μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας.
Για την οικονομία πρέπει να ακούς τους οικονομολόγους – όχι τους τραγουδιστές. Για την υγεία, τους λοιμωξιολόγους – όχι τους πρόεδρους των επιμελητηρίων. Και για την διπλωματία, τους διεθνολόγους – σίγουρα όχι τους αυτοκινητιστές, αν και αυτό έχει πάντα ενδιαφέρον, δεδομένης της πανεπιστημοσύνης του κλάδου.
Παρολ’ αυτά, η παρανοϊκή και κωμική αυτή χώρα έχει έναν μαγικό τρόπο να βρίσκεται πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Είτε τελευταία και καταϊδρωμένη είτε δηλητηριασμένη από τον διχασμό και την σύγκρουση. Και συνήθως κουβαλώντας μόνο υποχρεώσεις – και λίγα δικαιώματα – και σχεδόν πάντα σε βάρος των νεότερων. Αλλά αυτοί είμαστε.
Ως συνήθως είμαι αισιόδοξος. Όμως τίποτε δεν θα είναι εύκολο μπροστά μας – δεν έχω καμία αυταπάτη. Και είναι αδύνατον να προβλέψεις πια το μέλλον. Η γραμμικότητα είναι σε αυτήν τη ζωή η πιο μεγάλη πλάνη. Όλες οι σταθερές γύρω μας πια αλλάζουν ραγδαία. Η δε τεχνολογική εξέλιξη αποκαλύπτει σιγά – σιγά την δική μας «μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων».
Για αυτό μην χολοσκάτε. Χαρείτε κάθε στιγμή της ζωής σας -και ει δυνατόν δίπλα στους ανθρώπους που αγαπάτε – και κάντε παρέα με άτομα που έχουν χιούμορ, είναι λοξά, φιλόμουσα και φιλομαθή. Κάτι θα μάθετε, κάτι θα πάρετε από αυτά. Και εάν μέσα σας μία εσωτερική φωνή σας κάνει παρατήρηση ότι είναι ακόμη 22 χρονών, ε τότε μην το πιέζετε, αφήστε την να εκφραστεί. Η ζωή είναι τώρα.
Επίσης, εάν ήμουν υπουργός Παιδείας, θα έβαζα μόνιμο μάθημα από τα προνήπια μέχρι την ολοκλήρωση των διδακτορικών σπουδών την αξία της αποφασιστικότητας.

Δεν μας το έμαθαν ποτέ στο σχολείο, αλλά η αμφιθυμία και η αμφιταλάντευση, παρόλο που μπορούν να εξυπηρετούν κάποια τακτική της συγκυρίας, όχι μόνο δεν οδηγούν πουθενά, αλλά και εγκυμονούν στο τέλος της ημέρας τον κίνδυνο της καταστροφής, όταν συνδυάζονται με την άγνοια ή την εσφαλμένη αντίληψη των συσχετισμών δυνάμεων.
(Είναι σαν μία κοπέλα που την φλερτάρουν παράλληλα δύο αγόρια, αυτή προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο, να έχει και μια καβάτζα, δεν ξέρει όμως ποιον να επιλέξει και στο τέλος τους χάνει αμφότερους γιατί δεν ξέρει τι της γίνεται).
Η αποφασιστικότητα, σε συνδυασμό με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική και μια ορθή διαχείριση, μπορεί να φέρει στην πορεία συντριπτικά πλεονεκτήματα για αυτούς που έγκαιρα προνοούν και χτίζουν το μέλλον. Και τα δύο συμπεράσματα αυτά μας αφορούν τόσο ατομικά όσο και συλλογικά.
Είναι τραγικό ότι χρειάζεται κανείς να πλησιάσει τα 40 και να έχει διαβάσει δεκάδες βιβλία για να αρχίσει να ψυλλιάζεται τι πραγματικά έχει συμβεί σε αυτήν την παράξενη ζωή. Μια αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος θα βοηθήσει την κοινωνία να έχει καλύτερη αντίληψη για αυτά που ήρθαν κι εκείνα που έρχονται.

Κλασικό παράδειγμα η δικτατορία του 1967-1974. Είναι τόσος πολύς ο κόσμος, πασών των ηλικιών, που πιστεύει ότι είχε θετική συμβολή στην ανάπτυξη της χώρας. Η πραγματικότητα είναι αντίθετη. Παρέλαβαν την ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία της Ευρώπης – και μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στον κόσμο – και παρέδωσαν ένα ερείπιο με πληθωρισμό 40%, βορά στην παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση.
Οι νεότεροι – μεγαλωμένοι στη νομισματική σταθερότητα του ευρώ – ίσως και να μην καταλαβαίνουν καν τι σημαίνει αυτό. Ο πληθωρισμός νύχτα αφαιρεί το εισόδημα του λαού. Κατά τον Κέυνς, «δεν υπάρχει επιτηδειότερον και ασφαλέστερον μέσον δια να ανατρέψη τα υφιστάμενα θεμέλια της κοινωνίας από την διαφθοράν του νομίσματος».
Έκαναν την πιο προωθημένη χώρα στη νοτιοανατολική Ευρώπη ουραγό των εξελίξεων. Η Ελλάδα είχε συνδεθεί με την ευρωπαϊκή κοινότητα από το 1961 και εάν δεν μεσολαβούσαν οι συνταγματάρχες, θα είχε μπει κατά πάσα πιθανότητα στην ΕΟΚ μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία το 1973.
Απομόνωσαν διπλωματικά την Ελλάδα, ξεχαρβάλωσαν τον στρατό και παρέδωσαν την Κύπρο στον Αττίλα. Αύξησαν τους συντελεστές δόμησης – χάριν μιας παντελώς κοντόφθαλμης «ανάπτυξης» – δημιουργώντας τα αστικά μας εκτρώματα και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές σε πόλεις που χρειάζονται δεκάδες δισ. ευρώ επενδύσεις για να αρχίσουν να θυμίζουν Ευρώπη.
Χάρισαν χρέη, μοίρασαν συντάξεις και άδειες κλειστών επαγγελμάτων και τίναξαν τις τράπεζες στον αέρα από τα δάνεια των αεριτζήδων, διπλασιάζοντας το εθνικό χρέος. Παραδόξως, το μόνο που μείωσαν ήταν οι αμυντικές δαπάνες. Διέκοψαν την προοδευτική πορεία ενός λαού που έβγαζε Κάραμποτ, Ζάννα, Ελύτη, Κωνσταντινίδη, Εγγονόπουλο και Χατζηδάκη. Είναι να απορείς πως είναι δυνατόν να έχουν ακόμη αμετανόητο κοινό. Οι εχθροί της δημοκρατίας έχουν μια θέση και μόνο: Στα μαύρα κατάστιχα της ιστορίας.
Δυστυχώς, έχουμε θεμελιώσει ένα σύστημα μονοκαλλιέργειας οπαδών, που τους ποτίζει με τη βαθιά πίστη ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο του σύμπαντος και τους κάνει να έχουν μία παντελώς εσφαλμένη εικόνα του υπόλοιπου κόσμου.
Το πρόβλημα είναι συστημικό και ξεφεύγει από τις δυνατότητες των δασκάλων και τις ικανότητες των παιδιών. Ενδεχομένως να μην ήταν τόσο «πρόβλημα» σε κάποια άλλη ιστορική συγκυρία.
Όμως ένα εκπαιδευτικό σύστημα το DNA του οποίου διαμορφώθηκε πριν από την 1η βιομηχανική επανάσταση, προφανέστατα δεν μπορεί να υπηρετήσει τις ανάγκες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης που έρχεται.
Η εκπαίδευση κρύβει το κλειδί της ανάκαμψης της χώρας, κάτι που ξέρουν πολύ καλά και αναγνωρίζουν οι περισσότεροι πολίτες. Γι’ αυτό λέω: Βάλτε μαθήματα ηγεσίας κάθε μέρα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αλλά και μαθήματα ιστορίας. Καθημερινά!
Η αλλαγή όμως δεν έρχεται εύκολα σε συνθήκες που επισκιάζονται από αυτό που ο Κέυνς ονόμαζε «το βάρος των παλιών ιδεών». Κάποια στιγμή θα θυμάστε ότι ομάδα αριστερών ζηλωτών επιχείρησε να ρίξει το άγαλμα του Χάρι Τρούμαν στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας σκοινιά. Μάλλον στα μυαλά τους ο εμφύλιος δεν έληξε ποτέ – ο Τρούμαν ενίσχυσε με τεράστια ποσά τον εθνικό στρατό και αυτό φαίνεται ότι δεν του το συγχωρούν.
(Ακολούθησαν δεκαετίες αντικομμουνιστικής υστερίας, τόσο ισχυρής που έφερε κοντά τους άλλοτε μισητούς και αιώνιους εχθρούς της εγχώριας πολιτικής σκηνής: Τους Φιλελεύθερους και τους Λαϊκούς. Έτσι γίνεται. Μόνο ένας νέος ακόμη πιο ισχυρός διχασμός μπορεί να συμμαζέψει τα σπασμένα του προηγούμενου).
Εμένα μου θυμίζουν αυτοί οι ζηλωτές τους Βυζαντινούς εικονομάχους. Σκεφτείτε ότι, εάν από τα Δεκεμβριανά έως την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού στο σιδηρούν παραπέτασμα, αυτά τα λίγα χρόνια ιστορίας έχουν κάνει τόσο μεγάλη ζημιά στο συλλογικό ασυνείδητο, τι αποτύπωμα πρέπει να είχε αφήσει στους προγόνους μας τους Ρωμιούς, η υπερεκατονταετής σύγκρουση μεταξύ της εικονομαχίας και της εικονολατρίας. Και είναι να απορείς που δεν έχουμε βγάλει ένα δικό μας Game of Thrones, με τόση συνομωσία πίσω μας.

Εκείνη η περίοδος ήταν καταλυτική στο να αποκοπούν οι ιστορικοί δεσμοί της Ελλάδας με την γλυπτική. Οι εικονομαχοι ούτε ήθελαν να βλέπουν τα αγάλματα, ενώ οι εικονολάτρες τα απέσυραν ως παραχώρηση στους πρώτους, χάριν της ειρήνης. Έτσι, την γλυπτική παράδοση συνέχισαν οι Καθολικοί. Και για αυτόν τον λόγο πάντοτε θα βλέπουμε τα αγάλματα ως κάτι εισαγόμενο και ξένο.
Ο Αλεξ Ρος – των «βιομηχανιών του μέλλοντος» – γράφει ότι, καθώς οι Ιάπωνες θεωρούν ότι και τα αντικείμενα έχουν ψυχή, είναι πολύ καλύτερα κοινωνικά προετοιμασμένοι για τη συνύπαρξη με τα ρομπότ και τις μηχανές.
Στην Ελλάδα οι μηχανές απλά θα φορολογηθούν με σειρά άμεσων και έμμεσων φόρων, θα τα σπάει το ΠΑΜΕ και οι αντεξουσιαστές, θα γίνει παλλαϊκή αντίδραση «της μεσαίας τάξης», θα βγουν πρωτοσέλιδα, θα παρέμβει ο εισαγγελέας, θα κατατεθούν ερωτήσεις στη Βουλή, θα ξεσαλώσουν με ψέματα οι ψεκασμένοι και το ζήτημα θα λυθεί με νομοθετική ρύθμιση που θα εξουσιοδοτεί τους συναρμόδιους υπουργούς να θέσουν όρους και προϋποθέσεις με κοινή υπουργική απόφαση. Αυτή απλά δεν θα βγει ποτέ.
Τα ίδια είχαν συμβεί με την ιππήλατη συγκοινωνία τον σιδηρόδρομο και τα αυτοκίνητα – όχι στη Νέα Υόρκη, αλλά στην Ομόνοια! Και η Ελλάδα όχι απλά ήταν μπροστά, έφτιαξε και ταμείο αλληλεγγύης για τους κλάδους που συνδέονταν με την ιππήλατη συγκοινωνία και διαλύθηκαν από τον σιδηρόδρομο και κυρίως τα αυτοκίνητα. Εννοείται η χώρα πήγε μπροστά – και ας μην βγήκε ποτέ η ΚΥΑ.
Leave a comment