Δεκατρία χρόνια πριν, με ένα δρομολόγιο intercity και με μια τεράστια βαλίτσα κι ένα laptop, άφηνα τη Θεσσαλονίκη για την Αθήνα, γεμάτος αόριστες προσδοκίες – που καμία δεν επιβεβαιώθηκε. Αφήνοντας πίσω το comfort zone, γνωστούς και φίλους, σε ένα θαρραλέο φτου κι απ’ την αρχή από μια ανώγεια γκαρσονιέρα στο Κουκάκι. Ένα ντου σε μία νέα, αχαρτογράφητη ζωή.
Ζόρικη πάντα η νέα αρχή. Και παράξενη όταν μιλάμε για την Αθήνα. Πόλη αλλόκοτη, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Μια παλαβή Βαβέλ – μέρος εκρηκτικό. Την βλέπεις με τα μάτια ενός ξένου και σταυροκοπιέσαι. Λες: «Είναι δυνατόν»; Μεγάλη η πλάνη των ανθρώπων όταν κάνουν σχεδιασμούς. Θαρρείς και ο χρόνος μας βλέπει από κάπου και γελάει. Η τύχη, το απρόοπτο παραμονεύει να σου τα ανατρέψει όλα. Πόσα κάστρα έχουν πέσει όλα αυτά τα χρόνια; Και πόσα ακόμα μπορεί να έπονται; Πόσες ακλόνητες βεβαιότητες λύγισαν και έγιναν σκόνη από τις εξελίξεις;

Πέρασαν τόσα χρόνια. Κι ακόμη οπότε ξεχνιέμαι για λίγο, νομίζω ότι είμαι στη Θεσσαλονίκη. Ξέμαθα όμως την υγρασία και την ομίχλη και μου κακοφαίνονται πια, όταν ανεβαίνω πάνω. Μου έλειψε και η σουρεαλιστική βροχή του Ιούνη με την έκθεση βιβλίου να διαλύεται στην παραλία. Και τα Κάστρα. Και εκείνα τα ηλιοβασιλέματα από τον Θερμαϊκό, με τα απίστευτα χρώματα. Και οι μουσικές του Ισάλου. Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά όχι πολύ.
Δεν έχω παράπονο από την πρωτεύουσα. Παρόλο που είναι άγρια, μου συμπεριφέρθηκε ντόμπρα και δίκαια. Δεν με κερδίζει, όμως, παρόλο που έχω προσπαθήσει. Μόνο με την Αθηνάς – τον πιο βαθιά ασιατικό δρόμο της Ευρώπης, το επίκεντρο της παλαβομάρας, την αριστοφανική αρτηρία που συνδέει την αιωνίως άχαρη Ομόνοια με το Μοναστηράκι των δύο Μπαϊρακτάρηδων και των έξι πολιτισμών – έχω δεθεί. Ίσως γιατί είναι και ο πιο ειλικρινής δρόμος της πόλης, χωρίς μόστρα και άλλα φούμαρα.
Αν δεις κανείς το Μοναστηράκι από ψηλά, γρήγορα θα διαπιστώσει ότι εκπροσωπούνται έξι πολιτισμοί: Ο Κλασικός (Ακρόπολη), ο Ρωμαϊκός (Αγορά), ο Βυζαντινός (η Παντάνασσα), ο Οθωμανικός (το τζαμί Τζισταράκη), ο Νεότερος (τα νεοκλασικά) και ο σύγχρονος της νεωτερικότητας. Οποιαδήποτε άλλο κράτος στον πλανήτη θα είχε φροντίσει να μαθευτεί αυτή η μοναδική ιδιότητα στα πέρατα του κόσμου. Στην Ελλάδα, αντίθετα, πρέπει να γίνεις εμμονικός με κάποια πράγματα ώστε κάποια στιγμή να το παρατηρήσεις, περνώντας ανάμεσα από διπλοπαρκαρισμένα ταξί και μηχανάκια. Είπαμε, Αριστοφανική και αγοραία οδός η Αθηνάς – και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι νοητά ευθεία πάνω σε βγάζει στην Αγίου Μελετίου και στο Θέατρο Μπρόντγουαιη.
Η Κυψέλη και μία σωτήρια Τρόικα

Κυριακή απόγευμα, Κυψέλη (προ εγκλεισμού).
Σκηνή 1: Σε μία από τις πλατείες της Φωκίωνος Νέγρη, ένα κοριτσάκι προσπαθούσε με νοήματα να καλέσει την κόρη μας να παίξουν μαζί. Η μαμά της καθόταν στο παγκάκι, κρατώντας από το λουρί ένα συμπεθέστατο Τεριέ. Τα παιδιά τσάτρα – πάτρα κάπως κατάφεραν κι έπαιξαν. Στην κουβέντα με τη μαμά του παιδιού – δυτικά καλοντυμένη και καλοβαμμένη – διαπίστωσα ότι είναι από το Ιράν. Δεν ρώτησα πολλά, αλλά από τη λίγη συζήτηση κατάλαβα ότι επρόκειτο για φυγά – έμεινε έκπληκτη, όταν της εξήγησα το νόημα της έκφρασης «τα μιλάει φαρσί».
Σκηνή 2: Στο παιχνίδι μπήκαν και άλλα παιδάκια. Βαβέλ είναι άλλωστε η Κυψέλη κι έχει όλων των λογιών τις φυλές. Ένα αγοράκι 3-4 ετών άρχισε να χαλάει το παιχνίδι, έγινε εκνευριστικό με όλα τα παιδάκια, και τελικά έμεινε μόνο, αφού οι γονείς μάζεψαν τα παιδιά τους και πήγαν αλλού. Από την κουβέντα κατάλαβα ότι το παιδάκι ήταν προσφυγάκι από τη Συρία – ο πατέρας του καθόταν στο παγκάκι και μιλούσε με κάποια αλληλέγγυα Ελληνίδα, ενώ εμφανώς αδιαφορούσε για τα καμώματα του μπόμπιρα. Τι να του πεις και του μικρού, που είδε μέσα σε 3-4 χρόνια όσα δεν έχουμε δει εμείς σε μια ζωή.
Σκηνή 3: Μεταφορά στην πάνω πλατεία για δεύτερο γύρο παιχνιδιού. Ένα κοριτσάκι λίγο πιο μεγάλο, ψοφούσε για παιχνίδι. Ξανά με νοήματα. Πατέρας εκ Τουρκίας, μηχανικός πληροφορικής, η μητέρα εκπαιδευτικός – τα iPhone πρόδιδαν και κάποια οικονομική επιφάνεια -, με καλά αγγλικά, προσωρινώς κάτοικοι Κυψέλης, και στην αναμονή για να εγκριθούν τα χαρτιά για Γερμανία. Φυσικά, κυνηγημένοι και αυτοί από τον brutal αυταρχισμό του άλλοτε φίλου και κουμπάρου Ταγίπ.
Μαθημένη η Ανατολή από κυνηγητά και προσφυγιές. Αλλά τα παιδιά, παιδιά. Είναι άλλωστε η 25η Μαρτίου, η επέτειος της επανάστασης. Μαζί της πρέπει να μνημονεύουμε τις ναυαρχίδες Asia, Sirene και Azov των Κόρδιγκτον, Ντε Ριγνύ και Χέυδεν αντίστοιχα, χάρη στους οποίους υπάρχουμε στον χάρτη – κι αυτοί κέρδισαν μία μικρή αιωνιότητα ως κάθετοι δρόμοι στην Πατησίων.
Ο Χέυδεν ήταν Ολλανδός, που βρέθηκε να υπηρετεί στον Ρωσικό στόλο. Ο Κόρδιγκτον πέρασε από υπηρεσιακή έρευνα για την πρωτοβουλία να ανοίξει πυρ (ο βρετανικός τύπος δεν υποδέχτηκε καθόλου καλά την είδηση της βύθισης του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου), αλλά τελικά την έβγαλε καθαρή και μπήκε στην πολιτική. Ο κόμης Ντε Ριγνύ (Marie Henri Daniel Gaulthier) έμπλεξε κι αυτός με τα πολιτικά στη Γαλλία και πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Θα μπορούσε να είναι ανέκδοτο. Ήταν ένας Άγγλος, ένας Γάλλος και ένας Ολλανδός. Που «ερμήνευσαν» μία ασαφή εντολή των κυβερνήσεών τους και έσωσαν μία καταρρέουσα επανάσταση από την οριστική καταστροφή, βάζοντάς τα με έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμητικά στόλο.
Είναι η Ελλαδίτσα μας χώρα περίεργη, καμιά φορά ένα χάλι μαύρο – ένα μπάχαλο. Πάντα ήταν όμως, μην έχετε αυταπάτες. Όποιος έχει ανοίξει μία εφημερίδα οποιασδήποτε περιόδου του ελληνικού κράτους, έχει δει παρόμοιες ιστορίες να επαναλαμβάνονται – κρίση, ρουσφέτια, διορισμοί κολλητών και ημετέρων, διαπλοκή, διαφθορά, γραφειοκρατία και ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα. «Αυτή είναι η Ελλάδα» που είχε πει και ο Σημίτης. Ε, και αυτή είναι η Ελλάδα.
Αλλά να θυμάστε. Η Ελλάδα είναι τόπος ελευθερίας. Άσυλο για τους ικέτες. Μέρος, όπου μέσα στη τρέλα του και την παλαβομάρα του βάζει τα παιδιά της πλάσης όλης να παίζουν ελεύθερα στις πλατείες. Τόπος παλαβός και απροσάρμοστος, στον οποίο μπορεί να ξεσηκωθεί ο κόσμος όλος για τη ζωή ενός μικρού σκύλου. Γιατί η ζωή σε αυτή τη χώρα έχει ειδικό βάρος και βάθος απύθμενο. Και παρά τη γαϊδουριά και την αδιαφορία, αλλά και τη σκληρότητα, βγάζει γίγαντες σαν τον Αντετοκούμπο που κάνει μέσα σε 5 λεπτά για τη χώρα όσα θα έκαναν οι καλύτεροι διαφημιστές σε 5 χρόνια.
Σε αυτήν εδώ την παράξενη χώρα, που δεν έχει ούτε λογική ούτε κανόνες ούτε αρχή, μέση και τέλος, αγαπάμε τη ζωή και την ελευθερία. Και αυτό είναι το καύσιμο που την πάει μπροστά – καμιά φορά με πολλά βήματα όπισθεν και σβούρες γύρω από τον εαυτό μας – αλλά πάντα ως δια μαγείας μπροστά.
Οι ψίθυροι εκείνων που δεν έχουν φωνή

Στην Πλατεία Αμερικής κάποια στιγμή με ξυπνούσαν τα χαράματα οι φωνές των ανθρώπων που στήνονταν επί ώρες στις ουρές για να καταθέσουν τα χαρτιά τους στις δημοτικές υπηρεσίες – στο ιστορικό διατηρητέο στη Λέλας Καραγιάννη – για το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης. Τα μεσάνυχτα που έβγαζα βόλτα τα σκυλιά μας, τους έβλεπα να μαζεύονται σιγά- σιγά για να πιάσουν στασίδι. Άνθρωποι όλων των ηλικιών: Πολλοί γέροντες, αρκετοί μεσήλικες και κάποιοι νέοι.
Άνθρωποι όλων των φυλών: Κυρίως Έλληνες που κουβαλούσαν τον γνωστό ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα, κάμποσοι επαναπατρισθέντες ομογενείς, με αυτό τον βαρύ αέρα του Καυκάσου που τους συνοδεύει – που θυμίζει πρώτης γενιάς μετανάστες αμερικανικής ταινίας-, αλλά και αρκετοί εμιγκρέδες πασών των αποχρώσεων, οι περισσότεροι εκ των οποίων μόνοι, χωρίς παρέα.
Δεν έλειπαν φυσικά και διάφοροι κακομοίρηδες κουτοπόνηροι (Ρωμιοί, Βαλκάνιοι, Καυκάσιοι και Ασιάτες) που, ενώ ήξεραν ότι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου, εν τούτοις έπιαναν σειρά με την ελπίδα να τους κάτσει το τυχερό. Το βράδυ, οι Καυκάσιοι έστηναν παρεάκι με σπόρια, μπύρες και μουσική και εμφανώς ενοχλούσαν τους περίοικους.
Μια φορά παρατηρούσα μια γυναίκα σε ένα σκαμνί, με την χαρακτηριστική κοψιά των γυναικών από την Αιθιοπία, που καθόταν μόνη και είχε ένα απλανές, άνευρο βλέμμα, σα να ήταν χαμένη. Το ίδιο ακριβώς βλέμμα είχε και μια γιαγιά δίπλα της – που έμοιαζε με Ελληνίδα. Δεκάδες άτομα περίμεναν στην ουρά από την 1η νυχτερινή, ενώ συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι όσο πλησίαζε το χάραμα. Ήταν ένας παράλληλος κόσμος πολιτών τρίτης ταχύτητας που ζει ανάμεσά μας και διευρύνεται ταχέως. Στη γειτονιά, οι μισοί απορούσαν με την πειθαρχία και την αντοχή του να περιμένεις νυχθημερόν για ένα επίδομα €200, ενώ οι άλλοι μισοί έβριζαν τον Τσίπρα που τους πήρε φόρους και συντάξεις για να μοιράσει επιδόματα.
Είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν smartphone, υπολογιστή και δυνατότητες χρήσης τεχνολογίας. Και που οι συζητήσεις που εμείς κάνουμε, δεν τους αφορούν καθόλου. Αυτά σκεφτόμουν βλέποντας τα απλανή βλέμματα των γυναικών που περίμεναν μέσα στην άγρια νύχτα και τις εικόνες μιας βαλκανικής νεωτερικότητας που σφυρηλατείται χρόνο με τον χρόνο στην περπατησιά του 21ου αιώνα.
Κέντρο του Σύμπαντος Ι

Κυριακή απόγευμα, Κυψέλη (σε καραντίνα).
Πρόσφατα ένοιωσα μία τεράστια ανάγκη να πάρω το αυτοκίνητο και να οδηγήσω. Πήγα Κυψέλη. Η Κυψέλη μου θυμίζει λίγο την Κασσάνδρου στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασα τα πρώτα μου παιδικά χρόνια. Άλλοι πάνε εκεί για να δουν θείες, μανάδες και γιαγιάδες που συνεχίζουν στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής. Εγώ πάω γιατί μου είναι το πιο οικείο μέρος στην Αθήνα – για καθαρά φροϋδικούς λόγους.
Η Φωκίωνος – αυτό το μικρό κέντρο του σύμπαντος – άδεια. Κυκλοφορούσαν δεσποζόμενοι σκύλοι με τα αφεντικά τους και αραιά κάποια ντελίβερι. Η αγορά κλειστή, τα μικρά καφέ και τα ταβερνάκια επίσης. Παραδόξως στη θέση του – με χαμηλό όμως φωτισμό – ήταν ο Γάλλος που άνοιξε τον «Μετεωρίτη», αυτήν την 2nd hand boutique librerie. Σαν φρουρός της προσδοκίας για την άρση των μέτρων – και την επιστροφή της βαβούρας του ζην.
Η Φωκίωνος παρά τη νέκρα, στο φώναζε: Σύντομα κοντά σας. Θα κερδίσουμε και θα ανταμώσουμε όλοι ξανά. Η ζωή θα νικήσει. Οίκω θάνατον πατήσοντες. Από την Rambla de Negri – που σε κάποιο multiverse καταλήγει στην quai de Δροσοπούλου.
Την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την περάσαμε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο διατηρητέο της Πλατείας Αμερικής, όπου γεννήθηκε και το παιδί μας. Οι βόλτες στη Φωκίωνος ήταν ο κανόνας. Ένα απόγευμα είχαμε πάνω στο ματς της ημέρας στην κεντρική αλάνα: Ευρώπη εναντίον Ασίας, με παίκτες multi-culti πιτσιρίκια. Τα της ημετέρας παιδείας μετέχοντα (τουρλού, δεύτερης γενιάς) απέναντι σε άρτι αφιχθέντα προσφυγόπουλα από Αγαρηνούς και Βακτριανή γωνία. Κέρδισε η Βακτριανή. Η Μαρκέλλα ξετρελάθηκε.
Το παλιό αστικό κομμάτι της Αθήνας – το παρατημένο – είναι γεμάτο εικόνες που θες να τις φωτογραφήσεις. Και οι εικόνες είναι καμιά φορά και σαν τη μαγειρική. Άμα βγάλεις τον ήλιο, βάλεις στο φαγητό δύο μεζούρες καιρό Θεσσαλονίκης και το ανακατέψεις με μια Βαβέλ ανθρώπων και χρωμάτων, η συνταγή μπορεί να σε πάει αλλού.
Δεν υπάρχει μόνο η Αθήνα με το εκτυφλωτικό Αττικό φως. Υπάρχει και μια Αθήνα, πιο σκοτεινή, αλλά και απείρως πιο ειλικρινής, καθαρόαιμα Βαλκανική που θυμίζει σκηνικό Αγγελόπουλου. Μία Αθήνα αφημένη στην παρακμή της. Που δεν είναι καθόλου γλυκιά, που δεν προσπαθεί να σε πείσει για το αντίθετο, που δεν υποδύεται κάτι που δεν είναι. Διαδρομή Πέτρου Ράλλη, Βοτανικό, Ιερά Οδό, Κωνσταντινουπόλεως, Καρόλου, Μάρνη, 3ης Σεπτεμβρίου, πλατεία Αμερικής. Υλικό για δέκα ταινίες. Και ιστορίες ανθρώπων που γεμίζουν 10 ζωές. Σαν τα μπαχαρικά στο φαγητό.
Κέντρο του Σύμπαντος ΙΙ

Ένα άλλο διαγαλαξιακό κέντρο του Σύμπαντος είναι η Ομόνοια. Οι περισσότεροι φρικάρουν εκεί γύρω, αλλά εμένα μου άρεσε από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα.
Προ εγκλεισμού, ένα απόγευμα Σάββατου. Μια άστεγη γυναίκα παραμιλούσε μόνη της λόγια ακαταλαβίστικα, καθισμένη επάνω στο λιγοστό βιός της. Τα φώτα από το διπλανό πρακτορείο ΠΡΟΠΟ ήταν εκτυφλωτικά. Δεκάδες εμιγκρέδες από την Ασία τζόγαραν, περιμένοντας να πιάσουν την καλή. Δίπλα τους, περίεργοι τύποι μιλώντας 2-3 γλώσσες, μπορούν να σου βρουν ότι θέλεις.
Στον πάγκο με τις κυριακάτικες εφημερίδες τα πράγματα ήταν ακόμη χαλαρά. Πίσω στα στενά, γυναίκες όλων των ηλικιών, έπιαναν δουλειά στο πεζοδρόμιο. Ζευγάρια κυκλοφορούσαν με μωρά, ενώ κόσμος μπαινόβγαινε στους σταθμούς του μετρό και του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου. Πάνοπλοι αστυνομικοί έριχναν βόλτες, ενώ κάτι γέροι από τον Καύκασο έπαιζαν παπά.
Ένα πιτσιρίκι από την παλιά μας γειτονιά – παιδί Πακιστανού μαγαζάτορα – 12-13 χρονών που κρατάει και το μαγαζί όταν λείπει ο πατέρας του, ερχόταν καρφωτό με το ποδήλατο από τη Σωκράτους, δικάβαλο με τον κολλητό του.
Ένας συνδυασμός Λονδίνου, Βαλκανίων και Μέσης Ανατολής, υπό το φως της Ακρόπολης και των διπλοπαρκαρισμένων ταξί. Η αγορά των γηγενών είχε σχολάσει, όμως αυτή των εμιγκρέδων συνέχιζε μέχρι τα μεσάνυχτα – και βάλε. Low cost ταξιδιώτες, κρατώντας σακούλες από το σούπερ μάρκετ, υιοθετούσαν γρήγορα τις τοπικές συνήθειες, και διέσχιζαν, τρέχοντας την Πειραιώς, ανάμεσα από αυτοκίνητα – με οδηγούς που έβριζαν.
Πέντε λεπτά κάθεσαι σε αυτό το παράξενο μέρος και γράφεις βιβλίο. Η Ομόνοια, ένα σημείο μηδέν, περικυκλωμένο από γραφεία συντεχνιών, σωματείων και συλλογών, αρνείται πεισματικά, δεκαετίες τώρα, να παίξει τον ρόλο του κεντρικότερου spot της πόλης – ένα έργο που οι κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα, μέχρι σήμερα προσπαθούν ανεπιτυχώς να της δώσουν να αναλάβει.
Παρακάτω στη Σταδίου, τα μάρμαρα της ιστορικής λεωφόρου αποδεικνύονται ανθεκτικά στην εγκατάλειψη – παρά το περιβάλλον επαναστατικό παρασύνθημα και το tagging. Το φάντασμα του κλειστού Esperia έρχεται και δένει με τα αποκαΐδια του «Αττικόν» και του «Απόλλων». Κάθε μνημόνιο σήμαινε κι έναν εμπρησμό για τη Σταδίου – στον πρώτο, με ανθρώπινες απώλειες.
Στο βάθος, τα λίγα υπάρχοντα μίας άστεγης που εκείνη τη στιγμή απουσίαζε. Κάποτε υπερηφανευόμασταν ότι η Ελλάδα δεν έχει άστεγους – πλέον τους έχουμε συνηθίσει, παρόλο που, σε κάποια πιο δίκαιη πολιτεία, η απόσταση τους από μια θεμελιώδη αποκατάσταση θα ήταν απλά ένα voucher.
Πίσω της, στο πλάι της τράπεζας της Ελλάδος δεσπόζει η Εδουάρδου Λω, που θα μας θυμίζει εις το διηνεκές τον προηγούμενο μεγάλο οικονομικό έλεγχο – που τυπικά διήρκησε έναν αιώνα.
Σε μία πόλη, όπου κάθε μέρα συγκρούεται η ελπίδα με την απαισιοδοξία, η κίνηση με τη στασιμότητα, η προκοπή με την εγκατάλειψη, το φως με το σκοτάδι – αμφότερα μοιράζονται μικρές νίκες και ήττες.
Άραγε, τι θα διαπιστώνει για την Αθήνα στο μέλλον ο μακρινός παρατηρητής της εποχής μας; Πόσο αποφασισμένοι είμαστε να αφήσουμε πίσω μας κάτι στοιχειωδώς καλύτερο από αυτό που παραλάβαμε; Ας απαντήσουμε στο ερώτημα, με το χέρι στην καρδιά, βλέποντας την ευθύνη για το μέλλον να αντανακλάται εκεί που πραγματικά συχνάζει: Στα μάτια των παιδιών μας.
Κέντρο του Σύμπαντος ΙΙΙ

Είναι μία ευκαιρία για να σκεφτείς και να αναλογιστείς. Και το παζάρι που έκαναν (προ εγκλεισμού) οι ρακοσυλλέκτες κάθε Κυριακή στον Βοτανικό προσφέρεται για αυτόν τον σκοπό.
Το ενδιαφέρον εκεί δεν είναι οι πωλητές – που είναι περίπου αυτό που φαντάζεσαι: Φουκαράδες, μεροκαματιάρηδες, οι περισσότεροι Ρομά που κάνουν πράξη την κυκλική οικονομία, έξω από τα πουμπλί και τα επιμελώς καλοστημένα, αλλά θεαματικά βαρετά «αφιερώματα ΕΚΕ» της αγοράς. Αλλά οι αγοραστές.
Εξαιρουμένων ελαχίστων, εμμονικών συλλεκτών και εκκεντρικών που αναζητούν vintage διάκοσμο σε λειτουργική κατάσταση, το 99% των αγοραστών ανήκει εμφανώς στους πλέον φτωχούς συνανθρώπους μας.
Μια φτώχεια που από μακριά σου φωνάζει ότι είναι πολλά επίπεδα κάτω από τη μνημονιακή γενιά των €500.
Μικρά παιδιά με σαγιονάρες, μετανάστες χωρίς χαρτιά που τρέμουν τον ίσκιο τους, μάνες που ψάχνουν θερμαντικά σώματα με το ελάχιστο δυνατό κόστος, νήπια που ορμάνε σε ντάνες πεταμένων παιχνιδιών που όλοι εμείς θεωρήσαμε ότι ουδέναν εκεί έξω ενδιέφεραν.
Είδα και 2-3 γυναίκες με ολόσωμες μαύρες μπούργκες και σταυροκοπιόμουν – ήθελα να πω «ρε κορίτσια, εδώ είναι Ελλαδίτσα, ότι θέλετε μπορείτε να είστε, ξηλώστε αυτή τη μαλακία να ‘στε ελεύθερες». Εκεί θυμάσαι τι είχες μάθει σχολείο: Θέλει τόλμη και αρετή η ελευθερία. Μεγάλη η κουβέντα του Κάλβου. Δεν αρκεί να είσαι καλό παιδί. Πρέπει και να αξιώνεις και να θες να είσαι ελεύθερος.
Δεν βρήκα αυτά που έψαχνα. Αλλά εντόπισα ωραίες παλιές διαφημίσεις εποχής. Και αναρωτήθηκα παράλληλα πόσοι εκεί έξω που μιλούν για κοινωνική ένταξη – το inclusion εις την εταιρική – έχουν πάει μια βόλτα από το Grand Bazaar του Βοτανικού για να δουν από κοντά τα υποκείμενα του ευγενούς αυτού στόχου. Και πόσοι εξ όσων ασχολούνται με τα θέματα αυτά στον δημόσιο βίο, έχουν ανταλλάξει μια κουβέντα έστω και με έναν αγοραστή του παζαριού αυτού.
Όταν είδα τα «Παράσιτα» του Τζουν Χο ταυτίστηκα με τους δαιμόνιους φουκαράδες από τα ημιυπόγεια. Φεύγοντας από τον Βοτανικό, κατάλαβα και λίγο καλύτερα πώς ένιωθε ο κ. Παρκ. Οι άνθρωποι από τα ξεχασμένα ημιυπόγεια της πλατείας Βάθη, της Μιχαήλ Βόδα και της Ομόνοιας είναι τα δικά μας «Παράσιτα», που ζουν με την αγωνία του αύριο, έξω από τις δικές στατιστικές και τα θεσμικά ραντάρ.
Η θλιμμένη αντιπαροχή

Περπατώντας καθημερινά προς τον σταθμό του Ηλεκτρικού στον Άγιο Νικόλαο, περνούσα από μία πολυκατοικία της δεκαετίας του 1960 που κουβαλούσε πάνω τις όλες τις χρεοκοπίες του έθνους.
Χρεοκοπία Ι: Η μεταπολεμική πολυκατοικία της αντιπαροχής του πολυπολιτισμικού στενού μεταξύ της θορυβώδους Αχαρνών και του Σαββατιάτικου παζαριού της Μιχαήλ Βόδα, έχει όλα της τα καταστήματα κλειστά. Παραδόξως, η εικόνα των κλειστών καταστημάτων παραμένει τουλάχιστον καλύτερη από τα εγκαταλειμμένα υπόγεια των συνομήλικων πολυκατοικιών.
Το φιλόδοξο σχέδιο του 1960 για ενοίκια από παντού – ενός νέου, θαρραλέου κόσμου που δεν υπάρχει πια – ήταν τελικά ανεδαφικό. Θαρρείς και η αόρατος θεία εκδίκηση της πολεοδομίας τιμώρησε τους αδαείς για τον χώρο που στέρησαν από τη σημερινή υποβαθμισμένη πόλη.
Χρεοκοπία ΙΙ: Ο έμπορος της εποχής που η Ελλάδα έτρεχε με τον τρίτο ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης στη Δύση. Με όνομα υπερήφανο και ταυτισμένο με το brand name της μεταπολεμικής Ελλάδας. Από έναν κλάδο που απλά έχασε τη δυναμική του, στηριζόμενος στην εσωτερική κατανάλωση.
Χρεοκοπία ΙΙΙ, που είναι ακόμη πιο θλιβερή: Το μαγαζί – κονσομασιόν, ονόματι «Νατάσα». Βγαλμένο από μια εποχή πλαστής ευημερίας, με χαρακτήρα σχεδόν αποικιοκρατικό, ένα φαιδρό μερτικό από τον θρίαμβο της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο. Με λάφυρα κοπέλες που άλλο τους έταξαν ότι θα κάνουν, κι άλλο βρέθηκαν να υπηρετούν. Αλήθεια, αυτή η ιστορία πότε θα γραφτεί;
Χρεοκοπία ΙV: Η αποτυχία της νέας ζωής του εμιγκρέ. Το «σλαβικό παζάρι», καρπός κάποιου ανθρώπου που είδε μια αγορά που μπορούσε να του βγάλει το μεροκάματό του, στα πρόσωπα των δεκάδων χιλιάδων μεταναστών που βρέθηκαν στη χώρα μας και δούλεψαν σκληρά.
Κανονικά όλα αυτά για να τεκμηριωθούν απαιτούν ειδικές και κλαδικές μελέτες και αναλύσεις. Στην Αχαρνών, όμως, αρκεί να σταθείς δυο λεπτά έξω από μία πολυκατοικία της Αντιπαροχής για να διαπιστώσεις τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έχουμε ζήσει. Μία βόλτα είναι αρκετή.
Βαρκελώνω, Βαρκελώνεις, Βαρκελώνη

Το έχω ομολογήσει. Η κατάσταση μου χειροτερεύει. Παρόλο που ζω για περισσότερα από δέκα χρόνια στην Αθήνα, κάθε φορά που λίγο χαλαρώνω και ξεχνιέμαι, νομίζω ότι είμαι στη Θεσσαλονίκη.
Είναι γελοίο. Η Μαρία με κοροϊδεύει. Κατηφορίζω τη λεωφόρο Μεσογείων και έχω την εντύπωση ότι έχω διασχίζω μια ατέλειωτη Αιγαίου. Ήλπιζα ότι θα κατάφερνα κάποτε να το ξεπεράσω. Καμία πρόοδος.
Ακόμα και στη Βαρκελώνη μια φορά – νύχτα μεθυσμένος – νόμιζα ότι ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Φταίνε και κάποια οικοδομικά μπλοκ που δεν σχηματίζουν ορθογώνια τετράγωνα αλλά εξάγωνα, με κοφτές γωνίες, όπως στη συμβολή της Εγνατίας και της Συγγρού.
Λίγοι άλλωστε το ξέρουν, αλλά η γενιά του Ερνέστου Εμπράρ (1875-1933) έμαθε πολεοδομία πάνω στην παρακαταθήκη του Καταλανού βουλευτή, αρχιτέκτονα και μεγαλογαιοκτήμονα Ιλντεφόνς Σερντά (1815-1876), ο οποίος πέρασε στην αιωνιότητα, πολεοδομώντας τις νέες περιοχές της Βαρκελώνης με αριστοτεχνικό τρόπο – και τακτοποιώντας, παράλληλα, την τεράστια ακίνητη περιουσία του.
Κάπως έτσι – και χειρότερα – έγινε και η πολεοδόμηση της Αθήνας. Οι νικητές επαναστάτες έδιωξαν όπως – όπως τους Τούρκους, πήραν τη γη τους και μετά ήρθαν οι Βαυαροί, οι οποίοι αγόρασαν τα «δορυάλωτα» και έβαλαν τον Κλεάνθη και τον Schaubert να φτιάξουν το σχέδιο πόλης. Θαρρείς και το αλισβερίσι των συναλλαγών αυτών έφερε και μια βαριά κατάρα που έπεσε στο σημείο μηδέν της χώρας: Την Ομόνοια, για το χάλι και την ασχήμια της οποίας οι Αθηναϊκές εφημερίδες γκρινιάζουν από τον 19ο αιώνα, φαινόμενο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Κάτι που φτιάχτηκε χάλια εξ αρχής, δεν διορθώνεται – μόνο γκρεμίζεται.
Εμείς οι Έλληνες ερχόμαστε να ανατρέψουμε κάθε έννοια κανονικού σχεδιασμού. Η Πατησίων είναι ένα ιστορικό βουλεβάρτο που χαράχθηκε για να επικοινωνεί με την Ακρόπολη και να συνδέει το κέντρο της πόλης με τα προάστια της εποχής. Σε οποιαδήποτε κανονική χώρα, θα ήταν ένα “wow” τοπόσημo για το οποίο θα ταξίδευαν να του δουν από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου.
Σε εμάς είναι μια κεντρική λεωφόρος, όπου απλώς δεν μπορείς να ζήσεις από τη βαβούρα και το καυσαέριο, τακτικά διάφοροι μπάχαλοι καίνε λεωφορεία και, κανείς δεν καθαρίζει ή συντηρεί οτιδήποτε. Αγαπητοί Θεσσαλονικείς, έχει και ο τόπος μας προβλήματα – δε λέω – αλλά αυτό το χάλι δεν το φαντάζεστε.
Στην Ελλάδα η μετάπτωση σε συνθήκες Τρίτου Κόσμου είναι εδώ και πολλά χρόνια μία νέα κανονικότητα που σύντομα θα είναι μη αναστρέψιμη. Και το αστείο είναι ότι ο κόσμος συχνά γουστάρει.
Αλλά ας επανέλθω στο βασικό πρόβλημα. Η κατάσταση μου χειροτερεύει. Πλέον, όταν λίγο ξεχνιέμαι, όχι απλά νομίζω ότι βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη, αλλά ακούω και τη θάλασσα. Σοβαρά!
Μια φορά που ήμουν σε ένα πάρτι φίλης σε ταράτσα της πλατείας Συντάγματος, άκουγα με τα σοβαρά μου τον παφλασμό των κυμάτων. Στην Ερμού – πάνω από τα μαγαζιά! Αδιανόητο.
Κάτι δεν πάει καλά. Έβλεπα για μέρες στον ύπνο μου ότι η παραλιακή ξεκινούσε στο τέλος της Φωκίωνος Νέγρη, στην Κυψέλη και ότι βοηθούσα ξένους Airbnbήδες να κατευθύνουν προς την οδό Κέρκυρας, έναν δενδρόφυτο δρόμο, ο οποίος στο υψηλότερό του σημείο «βλέπει» Πειραιά και Σαλαμίνα – σαν να έβαζες τον Άγιο Παύλο στην Κασσάνδρου. Και τι να πρωτοεξηγήσω στο παιδί; Ότι ίσως τις νύχτες να έρχεται κρυφά ο Θερμαϊκός και να σκεπάζει την Αθήνα; Ή ότι κατέβηκε το Σύνταγμα και γίνηκε λιμάνι;
Ζήτωσαν οι ράμπλες!

Ο λόγος που αγάπησα την Φωκίωνος Νέγρη ήταν ότι μου θύμισε την μεγάλη Ράμπλα της Βαρκελώνης. Η Ράμπλα των Καπουτσίνων είναι η γιορτή της καθημερινής ζωής, η αποθέωση μιας πολεοδομίας φιλικής στον άνθρωπο, ένα παγκόσμιο τοπόσημο – προσκύνημα για όλα τα έθνη της Γης. Είναι η σημαία ενός σκληρά εργαζόμενου λαού, που κατάφερε να μετατρέψει έναν πεζόδρομο, σε μνημείο παγκόσμιας εμβέλειας.
Είναι η παλιά πόλη, η Βαρκελώνη, η Καταλωνία του Όργουελ και των Διεθνών Ταξιαρχιών – της αλληλεγγύης χιλιάδων νέων στη μάχη κατά του φασισμού -, είναι η ένωση των ισπανικών βασιλείων που έφερε τις μεγάλες διηπειρωτικές ανακαλύψεις, είναι η ευρωπαϊκή Ισπανία της Δημοκρατίας, της αυτονομίας και της ανοιχτής κοινωνίας.
Είναι το σημείο που ενώνει το ιστορικό νήμα με την εξόριστη για δεκαετίες κυβέρνηση Generalitat, τις αφίσες του Εμφυλίου των κολεκτιβοποιημένων τυπογραφείων, τα ιστορικά καφέ και το μελάνι των εφημερίδων. Είναι η Καταλανική εταιρία της Ανατολής, οι μισθοφόροι των βυζαντινών που συνέτριψαν τους Τούρκους στη Μικρασία και στη συνέχεια λεηλάτησαν απλήρωτοι τα Βαλκάνια, φτάνοντας μέχρι την Αθήνα (ο Ιωάννης Ρέντης συνεργάστηκε ανοιχτά μαζί τους, έκανε περιουσία, έσωσε πολλές ζωές από βέβαιο θάνατο και γι’ αυτόν τον λόγο αγιοποιήθηκε).
Είναι οι έμποροι από το Τρίκερι που με θράσος αγόρασαν από το λιμάνι και φυγάδευσαν στη Μαγνησία τον θρόνο του Ναπολέοντα. Είναι οι μεταφράσεις του «Αλέξις» Εουδάλ Σολά ι Φαρές, του μεγάλου ελληνιστή που μετέφερε στα Καταλανικά τους μεγάλους της ελληνικής ποίησης. Ένα «ποτάμι» μίας διακριτής, ωραίας και ιδιαίτερης λατινικής γλώσσας.
Είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα της τεχνολογίας, είναι η αγαπημένη και ομορφότερη πόλη της Ευρώπης, είναι ένας καθρέφτης που μας δείχνει όλους καλύτερους. Η πόλη της προκοπής και της ανάπτυξης. Και η μόνη που επιχείρησε να γίνει η Καλιφόρνια της Ευρώπης.
Η Ράμπλα είναι η περπατησιά της ιστορίας. Η ωραιότερη της Ευρώπης. Κάθε επίθεση εναντίον της είναι πρόκληση στα ιστορικά κεκτημένα, τον τρόπο ζωής, τον πολιτισμό και τα δικαιώματά μας. Μόλις ξεμπερδέψουμε με τον COVID-19 θα κλείσω εισιτήρια για να πάμε, μα τον Θεό.
Leave a comment