Στην Ελλάδα σπάνια ένας λογότυπος – ή οποιαδήποτε άλλη μορφή οπτικής επικοινωνίας – μπορεί να γίνει είδηση. Τελευταία φορά αυτό έγινε, όταν είχε παρουσιάσει τον νέο της λογότυπο η Νέα Δημοκρατία. Κατά σύμπτωση, την ίδια ημέρα είχε φτάσει ταχυδρομικά στο γραφείο ένα από τα τελευταία σωζόμενα memorabilia της αρχικής εταιρικής ταυτότητας της Ολυμπιακής Αεροπορίας του Αριστοτέλη Ωνάση.

Ο πρώτος λογότυπος των Ολυμπιακών Αερογραμμών. Προσωπικό αρχείο.

Με αυτό το logo πορευθήκαν οι αερογραμμές στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, κάνοντας τη μετάβαση από τις ντακότες στους «κομήτες», δηλαδή τα πρώτα jet comet που προμηθεύτηκε η εταιρεία.

Στον αρχικό λογότυπο οι ολυμπιακοί κύκλοι ήταν συνοδευτικοί της εμπορικής μάρκας και όχι το κύριο θέμα, όπως (αφαιρετικά) δεσπόζουν στην οπτική ταυτότητά της από την δεκαετία του 1960 – όταν και είχε ξεκινήσει διηπειρωτικά δρομολόγια – μέχρι και τις ημέρες μας.

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά όταν για πρώτη φορά τέθηκε από το ελληνικό κράτος ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας των Ολυμπιακών κύκλων, ο αθεόφοβος Σμυρνιός απάντησε ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα, διότι θα έβαζε κι έναν έκτο! Το αεροπλάνο στα παλιά τα χρόνια ήταν ένα δυσπρόσιτο μέσο για την πλειονότητα των πολιτών – λογικό ήταν να αποτελεί το κύριο οπτικό θέμα.

Η γραφιστική και η οπτική επικοινωνία είναι κορυφαία μαστορική και έχει αφήσει πίσω της ένα πελώριο ιστορικό αποτύπωμα στις αναπαραστάσεις της οικονομίας και των σχέσεων των επιχειρήσεων με τους πελάτες τους, παγκοσμίως. Το γεγονός ότι ένας λογότυπος μπορεί να ανοίξει δημόσια συζήτηση, είναι ενδεικτικό της δύναμης που έχει αυτή εδώ η μοναδική τέχνη.

Το logo, άμα είναι καλό και ωριμάσει στον χρόνο, μπορεί να γίνει συνώνυμο της ποιότητας, της αξιοπιστίας και της ελκυστικότητας για μια εμπορική μάρκα, όσες φορές και αν αλλάξει. Για αυτό και όσοι έχετε επιχειρήσεις, να παίρνετε την οπτική επικοινωνία της εμπορικής σας μάρκας στα σοβαρά, να εμπιστεύεστε επαγγελματίες της οπτικής επικοινωνίας και να μην διστάζετε να επενδύσετε σε αυτήν.

Απέκτησα τη λόξα για την παλιά αφίσα και τον τρόπο με τον οποίο έχτισε τις εμπορικές μάρκες του σήμερα, λίγο προτού γίνω τριάντα. Και προέκυψε από μία παντελώς άσχετη και ασήμαντη αφορμή: Χάρη σε έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο που κάηκε, τον αντικατέστησα με νέο και τελικά τον πήγα πίσω, και με το πιστωτικό αγόρασα το “War Posters: Weapons of Mass Communication” του James Aulich. Είναι φοβερός ο τρόπος με τον οποίο οι καραμπόλες της ζωής μπορεί να σου ανοίξουν νέα πεδία.

Αεροσκάφος Boeing της Ryanair στο αεροδρόμιο “Μακεδονία”. Φλεβάρης 2019

Η αεροπορία υπήρξε μία καταλυτική δύναμη για το χτίσιμο των εμπορικών μαρκών. Αγγλοσάξωνες, Γάλλοι και Γερμανοί διατηρούν ζωντανή τη συλλογική μνήμη της σπουδαιότερης ίσως κατάκτησης του ανθρώπου κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα: Αυτής του αέρα, που σηματοδότησε την αποφασιστική επικράτησή του έναντι της φύσης. Μιας κατάκτησης που ακύρωσε τα φυσικά σύνορα, διεύρυνε το εμπόριο, μας έφερε σε γνωριμία με νέους, κοντινούς και μακρινούς πολιτισμούς και συνέχισε να εκδημοκρατίζει το ταξίδι.

Δεν μπορώ να μαντέψω το αύριο της αεροπορίας στην εποχή του COVID-19. Η λογική λέει ότι, όπως έγινε και μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, έτσι και σήμερα θα υπάρξουν χρεοκοπίες, θα βάλουν πλάτη τα κράτη και θα απαιτηθούν πολλά χρόνια για να επιστρέψουμε ξανά στην προηγούμενη κατάσταση – εάν ποτέ επιστρέψουμε.

Πάντως, η εμπειρία έχει δείξει ότι η αεροπορία έχει μία φοβερή δύναμη που και κινητοποιεί πρόθυμους επενδυτές οι οποίοι δεν διστάζουν να αναλάβουν επιχειρηματικό ρίσκο σε έναν τομέα που χάνει λεφτά με το καλημέρα – ιστορικά η αεροπορία παραμένει ζημιογόνος τομέας.

Στην αεροπορία χρωστάμε, επίσης, την τελειοποίηση της τέχνης της διαφήμισης, που έχει βέβαια οφέλη, συνέπειες κι επιπτώσεις τόσο για τον διαφημιζόμενο όσο και για τον διαφημίζοντα.

Ένα φοβερό παράδειγμα του τι μπορεί να πάθει κανείς εάν τα  κάνει θάλασσα στην εμπορική επικοινωνία, είχα εντοπίσει στο σπουδαίο αρχείο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο γιος του ο Σοφοκλής, όταν ήταν πρωθυπουργός, έστειλε τον Βαρδινογιάννη στην αεροπορική εταιρεία ΤΑΕ (αυτήν που θα αγόραζε αργότερα ο Ωνάσης για να την μετονομάσει σε Ολυμπιακή) προκειμένου να κανονίσει μία αποκλειστική εμπορική συνεργασία για τις εκλογές του 1951.

Η ΤΑΕ, του θρυλικού πιλότου και επιχειρηματία Στεφάνου Ζώτου ο οποίος την έστησε σε συνεργασία με την αμερικανική TWA, ανέλαβε έναντι αμοιβής τη διανομή των φυλλαδίων του Κόμματος των Φιλελευθέρων στους επιβάτες των πτήσεων, αλλά και την από αέρος ρίψη μπροσούρων κατά του Ελληνικού Συναγερμού. 

Το δεύτερο σκέλος της ενέργειας δεν υλοποιήθηκε, διότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων δεν πλήρωσε την ΤΑΕ. Στις εκλογές του 1951, πρώτος βγήκε ο Συναγερμός του Παπάγου, χωρίς πλειοψηφία όμως, κι έτσι εντολή ανέλαβε ο Πλαστήρας με την ΕΠΕΚ και ο Βενιζέλος με το Κόμμα Φιλελευθέρων. Ωστόσο, ο Παπάγος είχε βάλει τον Ζώτο στο μάτι  και δεν του είχε συγχωρέσει ποτέ τη διαφημιστική συνεργασία με το Κόμμα Φιλελευθέρων.

Έναν χρόνο μετά, στις εκλογές του 1952, ο Παπάγος εξελέγη πρωθυπουργός και ανέλαβε την διακυβέρνηση της Ελλάδας. Αμέσως, έκοψε τις επιδοτήσεις της ΤΑΕ, ξεκίνησε πόλεμο εναντίον της, η εταιρεία έπεσε στα βράχια, ο ιδρυτής της βρέθηκε εκτός της εταιρείας, και μάλιστα, ο Παπάγος τον τύλιξε σε μια κόλλα δικογραφίας από την οποία κατάφερε να ξεμπλέξει μετά από χρόνια. Στο τέλος του, μάλιστα, του πήρε και την εταιρεία από τα χέρια! Έτσι, μία πολύ θαρραλέα επιχειρηματική προσπάθεια πέρασε σε επιτροπή εκκαθάρισης, παρήκμασε και τελικά πέρασε στον Ωνάση -πακέτο με μια πολύ ευνοϊκή σύμβαση για τον επιχειρηματία. 

Χωρίς τον Ζώτο, δεν θα υπήρχε στην Ελλάδα ούτε αεροπορία ούτε η Ολυμπιακή. Που να ήξερε όμως ο κακομοίρης ο Ζώτος σε τι περιπέτειες θα έμπαινε για μια διαφημιστική συνεργασία που ούτε εκτίμησε σωστά ούτε και υλοποίησε. Και ποιος τον θυμάται σήμερα; Όλοι θυμούνται τον Ωνάση! Την ιστορία γράφει πάντα ο νικητής!

Ο λογότυπος της ΤΑΕ. Προσωπικό αρχείο

Προπαγάνδα αγάπη μου

Μια φορά όταν δούλευα στο «Βήμα» κι έκανα έρευνα στα πεπραγμένα ενός σεσημασμένου απατεώνα, αυτός καλούσε στο εμπορικό του πρώην ΔΟΛ και πρότεινε να βάλει διαφήμιση ύψους  200 χιλιάδων ευρώ για να τον αφήσουμε ήσυχο.  Προς τιμήν του ο οργανισμός με στήριξε – απέρριψε τη διαφημιστική πρόταση σε εποχές δύσκολες – και αποκαλύψαμε την απάτη. Αλλά Μέσα θα αντάλλαζαν τα λεφτά με σιωπή.

Κάθε οργανισμός, ειδικά δε αυτοί που διαχειρίζονται πόρους δημοσίου συμφέροντος έχει κάθε δικαίωμα να κόψει μια διαφήμιση, η οποία θεωρεί ότι δεν συμφωνεί με τις αρχές του. Και συχνά ακόμη και ανταγωνιστές επιχειρούν να κόψουν ο ένας τη διαφήμιση του άλλου αν αντιληφθούν ότι κάτι δεν πάει καλά. 

Προφανώς, κανείς δεν απαγορεύει σε κανέναν να έχει και να μεταφέρει την άποψή του. Η διαφήμιση είναι όμως μια άλλη συζήτηση. Όσοι αγαπούν την οπτική επικοινωνία και την ιστορία της, γνωρίζουν πολύ καλά ότι συχνά οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη διαφήμιση και την προπαγάνδα μπορεί να γίνουν θολές.

Αν αύριο το πρωί το μετρό γέμιζε με Ναζιστικές, φασιστικές ή δικτατορικές αφίσες προσωπολατρίας δεν θα τις κατεβάζαμε γιατί θα παραβιάζαμε την ελευθερία της έκφρασης; Αν αναρτώντο αφίσες κατά των Εβραίων, αφίσες με τον Χότζα και τον Τσαουσέσκου ή τον Στάλιν ή τον Μουσολίνι με τις φασιστικές νεολαίες, θα τις κρατούσαμε; Αν γέμιζαν το μετρό με αφίσες που παρουσιάζουν σφαγές – σαν της Σμύρνης – ως νίκες, τι θα κάναμε;

Αν όλη η Μεταξική προπαγάνδα ξανάβρισκε τη θέση της στον δημόσιο χώρο, θα το ανεχόμασταν; Αν η οπισθοδρόμηση οργανωθεί και συγκεντρώσει εκατ. για διαφήμιση θα πρέπει να την ακούσουμε;

Αν ένας επίδοξος κατακτητής έριχνε εκατομμύρια σε χάρτινη και ψηφιακή διαφήμιση για να προκαλέσει ψυχολογική παράλυση, αυτή θα έπρεπε να παίξει;

Η δημόσια επικοινωνία ωριμάζει και αλλάζει, ακολουθώντας την κοινωνική εξέλιξη. Αλλά πάντα ο κοινός νους και ο στοιχειώδης σεβασμός αποτελούν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Ακόμη και  ακραία άποψη μπορεί να είναι καλοδεχούμενη. Η εργαλειοποίησή της όμως με τη μορφή εμπορικής επικοινωνίας είναι πάντα επικίνδυνη.

Κλειστά επαγγέλματα

Ταξί εν κινήσει. Ομόνοια, Μάρτης 2016

Είχα την τύχη να ταξιδέψω πολύ. Μία από τις διαστροφές μου – κληρονομιά του δύσκολου θέρους του 2011 όταν ο Γιάννης Ραγκούσης επιχείρησε να απελευθερώσει την αγορά του ταξί και γνώρισε μία πρωτοφανή αντίδραση από το κλαδικό συνδικάτο – ήταν τα ταξί. Ένα βράδυ στο Τόκιο, γυρνώντας από ποτά, μπήκαμε σε ένα ταξί για να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο. Το ταξί ήταν high tech, αλλά διατηρούσε παραδοσιακά ιαπωνικά στοιχεία: Σεμεδάκια στα καθίσματα, οδηγό με γάντια, POS, πλήρης καθαριότητα – οι Ιάπωνες είναι μάλλον και οι πιο καθαροί άνθρωποι του πλανήτη.

Από περιέργεια έπιασα κουβέντα με τον ταξιτζή, ο οποίος μιλούσε αρκετά καλά αγγλικά – πράγμα σπάνιο στην Ιαπωνία.

– «Είναι κλειστό επάγγελμα το ταξί;» ρωτώ

– «Ναι, φυσικά», μου απάντησε.

– «Και στην Γκίρσα» (η Ελλάδα στα ιαπωνικά) «κλειστό είναι», του είπα. «Ξέρετε ότι στις καλές εποχές, η αξία της άδειας ξεπερνούσε τα 300 χιλιάρικα;» συνέχισα και του έκανα τον υπολογισμό σε γιεν.

– «Πόσοοοο;» φώναξε και κόντεψε να τρακάρει ο κακομοίρης. Σωστά καταλάβατε – η άδεια ταξί στο Τόκιο ήταν τότε φτηνότερη.

Την πιο οικεία εικόνα σε σχέση με τις δικές μας παραστάσεις, την είχα δει στο Μαρόκο, κατά τη διάρκεια ενός σύντομου, αλλά γεμάτου εμπειρίες δημοσιογραφικού ταξιδιού. Στο κέντρο του Μαρακές, στην είσοδο της παλιάς πόλης, δεκάδες σαραβαλιασμένα Mercedes εικοσαετίας περίμεναν κούρσες, τις οποίες μοίραζε ένας κοντός τύπος, σημειώνοντάς τες στο τεφτέρι του. Θύμιζε λίγο τον σταθμό Λαρίσης και τα ΚΤΕΛ του Κηφισού και με έκανε να τραγουδάω από μέσα μου «Άραβες και Νέγροι, Βεδουίνοι, με σπαθιά» από το «Κάτω στην Πόλη», που είχαν τραγουδήσει τα «Μωρά στη Φωτιά».

Πήραμε ένα ταξί για το ξενοδοχείο. Ο οδηγός δεν ήξερε να διαβάζει, δεν ήξερε γαλλικά ούτε καταλάβαινε καλά τα αραβικά, όταν σταματούσε να ρωτήσει περαστικούς και άλλους οδηγούς για την τοποθεσία του ξενοδοχείου. Κάναμε αρκετή ώρα κύκλους έξω από την πόλη σχεδόν στα όρια της ερήμου και φοβηθήκαμε. Ήμασταν στη μέση του πουθενά, μέχρι που είδα το σήμα του Pacha club και με νοήματα το βρήκαμε.

Στη Σμύρνη, το παζάρι για το ύψος του κομίστρου ξεκινούσε από τον ιμάντα παραλαβής των αποσκευών. Στην αρχή ζητούσαν για το κέντρο 30 ευρώ, μετά 20 ευρώ και τελικά πήγαμε με 10. Τα ταξί ήταν ολοκαίνουργια. Στην Κωνσταντινούπολη το ταξί θύμιζε Ελλάδα – όλοι χρειάζονταν υπενθύμιση για να βάλουν ταξίμετρο.

Στο Τελ Αβίβ έπεσα σε έναν ρωσοεβραίο που έκανε σλάλομ στον δρόμο για να φτάσουμε εγκαίρως στο συνέδριο. Παλικάρι μεγάλο. Ένας Πολωνός ταξιτζής στη Βαρσοβία, που με πήγαινε στο Μουσείο Αφίσας, μου μιλούσε διαρκώς Πολωνικά – στο ράδιο άκουγε Trojka FM. Αλληλεγγύη. Αδελφός.

Μια φορά ένας Γάλλος στη Θεσσαλονίκη έφαγε ένα απόγευμα  για να δει πως θα πήγαινε από το κέντρο της Θεσσαλονίκης στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Όλα τον «έσπρωχναν» στο ταξί. Το αθάνατο συντεχνιακό πνεύμα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων ζει. Για δεκαετίες, ο ΟΑΣΘ, πραγματικά αλληλέγγυος με τον συντεχνίτη αυτοκινητιστή του ταξί, δεν έβαζε λεωφορεία να συνδέουν το ΚΤΕΛ Χαλκιδικής με το αεροδρόμιο, παρόλο που οι μισοί ταξιδιώτες που εξυπηρετούνται από το «Μακεδονία», έρχονται για διακοπές στη Χαλκιδική. Αντί να υπάρχουν shuttle bus κάθε δέκα λεπτά, βάζαμε τους τουρίστες να πληρώνουν 10 ευρώ για μία  διαδρομή πέντε λεπτών με ταξί.

Πρόκειται για διαχρονικό κόλπο ανά την Ελλάδα μεταξύ συντεχνιτών που «σέβονται» τον κόπο του «συναδέλφου» και αδιαφορούν πλήρως για το επιβατικό κοινό.  Στην Κέρκυρα χρειάστηκε να περάσουν χρονιά για να πάει το αστικό λεωφορείο στο αεροδρόμιο. Στις απεργίες του 2011 τα λεωφορεία του Ηρακλείου δεν πήγαιναν στο αεροδρόμιο χάριν της αλληλεγγύης με τους απεργούς συντεχνίτες. Στην Πρέβεζα τα ταξί προσέφυγαν στα δικαστήρια κι απαγόρεψαν στο υπεραστικό ΚΤΕΛ να κάνει στάση μέσα στην πόλη.

Κοινή «μήτρα» των συμπεριφορών είναι η άυλη αξία – όχι των τεχνολογικών αγαθών που λέγαμε παραπάνω – της άδειας ταξί δημοσίας χρήσης από τη μάντρα. Αναρωτιέμαι εάν ο ταξιδιώτης του μέλλοντος θα έχει να διηγηθεί τέτοιες ιστορίες να ποτέ τελικά το λογισμικό και η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσουν τους οδηγούς στα ταξί – ρομπότ.  Και κρατηθείτε: Κάθε όχημα υπολογίζεται ότι θα κατεβάζει κοντά 4 ΤΒ data κάθε μέρα! Μήπως να μην κάνουμε 5G; Μήπως θα μας λείψει η πανεπιστημοσύνη της κίτρινης φυλής;

Leave a comment