Καμιά φορά, όταν παίρνω ανάσα από την εντατική καθημερινότητα, αναρωτιέμαι πώς στο διάολο πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια και αναπολώ τις στιγμές που μία παρέα από ανερμάτιστους πιτσιρικάδες είχε το θράσος να έχει άποψη και πλάνα για τη ζωή, τα οποία συζητούσε τακτικά, κάνοντας κοπάνα.

Ήταν η δεκαετία του 1990, μια εποχή απελευθέρωσής, που έριχνε τείχη και σάρωνε πεπατημένες, που αποθέωνε καθολικά τη νεωτερικότητα – με τους θριάμβους, τις ελπίδες, τους φελλούς και τους απύθμενους πάτους που αυτή έφερνε.

Αναπαράσταση της άφιξης του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ελληνικό από το Χέρφιλντ στις 22 Οκτωβρίου 1988 όπου είχε χειρουργηθεί. Εκεί έγινε και το νεύμα που πέρασε στην ιστορία. Από την έκθεση #gr80s, Φλεβάρης 2017

Είναι τελικά τύχη να σε βρει νέο το πέρασμα μιας τέτοιας εποχής που κάνει μόδα τα απροσδόκητα. Είτε ακολουθήσεις το τρεντ είτε όχι, όλο και κάποια παράσταση θα αρπάξεις και θα υιοθετήσεις υπαρξιακά. Στη δουλειά γνωρίζω τακτικά νέα παιδιά που κάνουν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα -και κάνω ό,τι μπορώ για να τα βοηθήσω. Τα περισσότερα από αυτά ήταν μωρά την εποχή που έκοβα την τηλεόραση. Και παιδάκια όταν παλεύαμε με τις dialup και τη θρυλική χρονοχρέωση -μια πρώιμη ψηφιακή κοινωνία από τα βάθη της εποχής του χαλκού.

Το κόψιμο της TV ήταν μια γενναία απόφαση που είχα πάρει το 1996, προς το τέλος του Λυκείου, η οποία μου επέτρεψε να μην επηρεάζομαι εύκολα, να διατηρώ τη συγκέντρωσή μου, να απολαμβάνω τις συζητήσεις και να διαβάζω ντάνες βιβλία. Γνωρίζοντας τις πιθανές συνέπειες του νόμου, δηλώνω υπευθύνως ότι το έργο του λαογράφου του περιθωρίου, Ηλία Πετρόπουλου και του συγγραφέα Βασίλη Ραφαηλίδη  θα έπρεπε να διδάσκονται στα ελληνόπουλα από το δημοτικό.

Αλλά κι αυτό είχε αντίτιμο. Δεκαετίες τώρα αγνοώ τις πάσης φύσεως διασημότητες που αναδεικνύει το γυαλί, με αποτέλεσμα να είμαι εκτός κλίματος -περίπου εξωγήινος- όταν η συγκυρία με βρίσκει κοινωνό κάποιας συζήτησης περί των κοσμικών και άλλων δαιμονίων.

Η άγνοιά μου είναι παροιμιώδης. Αντίστοιχα και με τη μπάλα -δεν ξέρω κανέναν. Το ποδόσφαιρο δεν το χώνεψα ποτέ -απορώ που όλοι ασχολούνται και που βρίσκουν και όλον αυτόν τον χρόνο για να το κάνουν.  Αντιθέτως, το μπάσκετ και το χάντμπολ είναι καταπληκτικά αθλήματα και χάρηκα πολύ που πιτσιρικάς έπαιζα -έστω και ακαμάτης- απέναντι στους ψηλούς χωρίς κανέναν φόβο. Στο μπάσκετ ειδικά η Ελλάδα βγάζει με συνέπεια παίκτες διεθνούς βεληνεκούς. Είναι να απορείς που δεν επενδύονται μαζικά πόροι σε αυτό το άθλημα στη χώρα.

Υπήρξαμε τυχεροί: Παρά τα τσιγάρα, τα ποτά, τα φαγητά και τα ξενύχτια, δεν πάθαμε τίποτε από την κραιπάλη. Το δόγμα “no sports, just whiskey and cigars” του Τσώρτσιλ έπιασε τόπο. Οι νεότεροι να του δίνετε να καταλαβαίνει – χαρείτε τη ζωή, από χαρά δεν πέθανε κανείς.

Από την ανθρώπινη ηλιθιότητα δεν θα απαλλαγείς βέβαια. Όπως στα παλιά κουβαλούσα κάθε μέρα στην τσάντα τις αλυσίδες της κατάληψης, έτσι και στην επαγγελματική μου ζωή κουβαλούσα για καιρό μαζί του τους «Βασικούς Νόμους της Ανθρώπινης Ηλιθιότητας» του Κάρλο Τσιπόλλα, το οποίο διάβαζα ξανά και ξανά, όποτε καθόμουν για καφέ στο κέντρο της Αθήνας. Σαν τις μαυροφορεμένες γριές που ανοίγουν μία Αγία Γραφή και ξεχνιούνται.

Η μεγάλη δεκαετία του 1980

Η ιστορική προεκλογική αφίσα του ΠΑΣΟΚ για τις εκλογές του 1981.

Τιμούμε τα 80s γιατί εκεί βρίσκονται οι κοινοί τόποι της γενιάς μας. Διότι παίζαμε έξω στους δρόμους χωρίς αύριο και ήμασταν μάλλον η τελευταία γενιά που το έκανε αυτό. Μου το είχε θυμίσει η έκθεση #gr80s στο Γκάζι που αναμόχλευσε τις παραστάσεις και τις καταστάσεις από εκείνη την εποχή.  Με εικόνες κι ερεθίσματα με τα οποία μεγαλώσαμε και που έχουν σφραγίσει και τη δική μας γενιά.

Σε μία εποχή εσωστρέφειας,  επερχόμενης ανεκπλήρωτης συντέλειας (Αιγαίο, Τσερνόμπιλ), έντονου κομματισμού, αναδυομένων οικονομικών προβλημάτων και των καινοτομιών που αυτά γέννησαν: Ο ΦΠΑ, η ξεχασμένη ΑΤΑ (αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή), το πρόγραμμα προσαρμογής (το πρώτο προμνημονιακό «μνημόνιο»), η αδιανόητη σήμερα για τους νεότερους νομισματική υποτίμηση, τα ελλείμματα και οι «προβληματικές» του ΟΑΕ. Με δασμούς,  περιορισμούς στο συνάλλαγμα και τις καταθέσεις, και με τα ταξίδια στο εξωτερικό να είναι πανάκριβα. Και με κάθε νέα συσκευή τηλεόρασης ή βίντεο να είναι πραγματικά η είδηση της γειτονιάς για καιρό.

Σε μία εποχή που ταύτισε το προσωπικό με τον ανώτατο θεσμικό συμβολισμό, όπως αντανακλάται ακόμη στην ερωτική περιπέτεια του Ανδρέα που έχτισε την παρακαταθήκη του πρωθυπουργού – απόλυτου άρχοντα που ελέγχει τόσο την εκτελεστική όσο και την νομοθετική εξουσία.  Ενός ανθρώπου που αποφασιστικά άφησε το στίγμα του εντός κι εκτός Ελλάδας και πάθιασε εκατομμύρια ανθρώπους. Στήνοντας ένα κομματικό κράτος που ακόμη επιβιώνει. Και σε μία περίοδο υπερβατική: Το Ευρωμπάσκετ του ’87 που έβγαλε μια γενιά στις πλατείες για να παίξει μπάσκετ, σε μικρές ομάδες που έδωσαν μεγάλες φιλίες, αλλά και σπουδαίους αθλητές.

Αλλά και σε μία εποχή περίοδο μεγάλης διαφθοράς και οικιστικής αποδόμησης: Τα κέντρα των μεγάλων πόλεων έγιναν  αβίωτα, η αντιπαροχή επελαύνοντας όπως –  όπως διέλυσε τα προάστια. Πόλεις αυθαιρέτων χτίστηκαν εν μία νυκτί. 

Μια εποχή αισθητικού σοκ: Μπουζούκια – με τον πρωθυπουργό πρώτο τραπέζι πίστα – με κρατικό έλεγχο στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, και με ακαλαίσθητα έπιπλα και παρδαλά χρώματα. Με το ελληνικό σινεμά να χάνεται σε χαμηλού κόστους παραγωγές απύθμενης ελαφρότητας – που στο τέλος όμως σου άφηναν μία αίσθηση γλυκιάς παρακμής. 

Αλλά και με ραδιοπειρατές που έριχναν μουσικό ψάξιμο. Μία εποχή αμερικάνικης πολιτιστικής επέλασης: Οι βιντεοκασέτες, η επιστημονική φαντασία του Χόλυγουντ, δεκάδες έργα που έχουν παιχτεί αναρίθμητες φορές στα ελληνικά σπίτια.

Μία εποχή όπου οι δείκτες της οικονομίας υπέφεραν, υποστηρίζοντας όμως παράλληλα επιδοματικές πολιτικές που δεν θα ξαναδούμε ποτέ. Ήταν μια δική μας εποχή που μας βρήκε σε ευαίσθητη ηλικία, μας χαρακτήρισε και θα την κουβαλάμε για πάντα μέσα μας – θέλουμε δεν θέλουμε. Είναι μία εποχή που θα την νοσταλγούμε. Γιατί κουβαλά τα παιδικά μας χρόνια.

Όλοι νοσταλγούν. Στις ανατολικές χώρες, έχουν την Οstalgia, δηλαδή τη νοσταλγία για την κομμουνιστική εποχή, η οποία δημιουργήθηκε έπειτα από την συνειδητοποίηση ότι ο δρόμος για την οικονομία της αγοράς είναι δύσκολος, άδικος και ακανθώδης.

Στις πρώην δυτικές δημοκρατία υπάρχει διάχυτη παράλληλα μία Westalgia για τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν ο εθνικός προστατευτισμός, οι δασμοί και τα κλειστά σύνορα «θωράκιζαν» τις οικονομίες. Αυτό το κοκτέιλ διατρέχει οριζόντια το DNA του ευρωσκεπτικισμού και υπήρξε το καύσιμο της εκτόξευσης των λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη. 

Όσοι έχτισαν πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα, βρίζοντας τους Γερμανούς, θα ήταν αρκετά πιο προσεκτικοί, εάν είχαν μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο η Δυτική Γερμανία λεηλάτησε την Ανατολική. Επιχειρήσεις και αστικά ακίνητα αγοράστηκαν στην τιμή του ενός μάρκου. Και περιμέναμε να μας λυπηθούν. Αμ πως!

Εμείς πάλι, ως σύνορο των κόσμων, με πολιτισμικό μείγμα που γίνεται ηφαιστειακό μάγμα. έχουμε στο συλλογικό μας υποσυνείδητο και την φαντασιακή μας παλινόρθωση ένα χθες που δεν θα ξανάρθει ποτέ: Το ΠΑΣΟΚ.  

Στις ταπετσαρίες της αντιπαροχής

Πολυκατοικία του Μεσοπολέμου. Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2017

Early 80s. Με φόντο τις ταπετσαρίες της οδού Κασσάνδρου, στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής, που είχαν ήδη ξεκινήσει να γερνάνε. Σε μία πόλη κι έναν κόσμο που άρχιζε σιγά – σιγά να αλλάζει.

Μεγάλωσα, ακούγοντας περίεργα ονόματα λογοτεχνών, τίτλους βιβλίων  ποιημάτων, παραμυθιών και διηγημάτων και μυθιστορημάτων: Χριστιανόπουλος, Καβάφης, Πεντζίκης, Ασλάνογλου, Κρίστι, Χέμινγουεϊ, Όργουελ, Έκο, Κάφκα. Και παράξενα ονόματα: Το «Εντευκτήριο», ο «Λοξίας», η «Λέξη», ο «Ραγιάς», ο «Παρατηρητής»,  η Εταιρεία Λογοτεχνών. Και άλλα παράξενα: Πίνακες ζωγραφικής, σκίτσα του Αντώνη Φωτόπουλου, χαλκογραφίες και γκραβούρες.

Και εμμονές: Ο Καβαφικός κόσμος  του Σαββίδη, οι μεταμορφώσεις  του Μίκα Βαλτάρι, ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, η Αίγυπτος, το βαμβάκι και οι χορηγήσεις της Εθνικής Τράπεζας, τα μυστικά της «Αίγλης» και το ινδικό σινεμά, ατελείωτοι φανταστικοί ήρωες των βιβλίων της,  και φυσικά οι ποιητικές της συλλογές.

Και διάφορα άλλα: Ιστορίες από την προσφυγιά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τα Σεπτεμβριανά του ’55, τα φακελώματα της ασφάλειας, τη χούντα, αλλά κι εκείνη την υποτροφία του Fullbright που κόπηκε εκ των έσω  – επί της εθνοσωτήριας από παράγοντα που στη συνέχεια σταδιοδρόμησε στην Προοδευτική παράταξη.

Μεγαλώνοντας σε ένα χάος από χειρόγραφα, γραφομηχανές, αποκόμματα, βουνά από βιβλία και έμμονες στα πρόθυρα της τρέλας: Η μουσικότητα των λέξεων, η (α)συμμετρία των στίχων, το βάθος των εκφράσεων, τα ολόκληρα μερόνυχτα για να μπουν οι προτάσεις στη σωστή σειρά.

Και με ένα σπάνιο προνόμιο: Σπιτικά παραμύθια, «παραγωγής μας». Κάπως έτσι είναι να σε μεγαλώνει λογοτέχνης.  Μαθαίνεις ότι νόημα, βάθος και ουσία υπάρχει κυρίως έξω από τα συνήθη και τα τετριμμένα. Και έχεις την επίγνωση του τρόμου ότι η αιωνιότητα ενδεχομένως να καραδοκεί σε μία γωνιά για να ελέγξει αλύπητα τα γραπτά σου.

Φεύγοντας, παίρνουν μαζί τους κι ένα κομμάτι σου

Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με αστείρευτο, σχεδόν μνημειώδες ταλέντο. Ο Φίλιππος γεννήθηκε σκακιστής – απίστευτος σκακιστής. Και όταν μεγάλωσε, έγινε δάσκαλος στο σκάκι. Έξι χρονών έκανε ρουά-ματ σε πενηντάρηδες και εξηντάρηδες. Μιλάμε για ιδιοφυΐα – δίπλα του ένοιωθα ντουβάρι. Η σκέψη του ήταν πάντα 15 κινήσεις μπροστά και η στρατηγική η δεύτερη φύση του. Φυσικά, δεν τον κέρδισα ποτέ.

Ξεχασμένα – και απαγορευμένα – εν λειτουργία ηλεκτρονικά. Χαλκιδική, 2019

Ήταν ο παλιότερος και ο καλοκαιρινός μου φίλος – στο εξοχικό της γιαγιάς και του παππού στην Περαία, την δεκαετία του 1980 όταν η περιοχή ήταν ακόμη παραθεριστικό θέρετρο. Κολλητός από 1ης Ιουνίου έως 31 Αυγούστου. Ένας άνθρωπος ευγενέστατος, κύριος, με αρχές και αξιοπρέπεια από μωρό παιδί.

Παίζαμε μαζί με όλα τα παιδιά του μικρού κτιριακού συγκροτήματος – που ήταν σαν ένα κοινόβιο αντιπαροχής, με την ιδιωτικότητα να είναι αμφισβητούμενη και τους κοινόχρηστους χώρους να κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Είτε στην αλάνα με τα χαλίκια μπροστά μας – όπου μια φορά ένας μανάβης με ένα Ντάτσουν πάτησε ένα πιτσιρίκι την ώρα που έκανε ποδήλατο, και ήρθαν 10 μεγάλοι, σήκωσαν με τα χέρια το αμάξι και έβγαλαν σώο το παιδί. Είτε στο χωράφι πίσω, όπου πάρκαραν οι μεγάλοι τα αυτοκίνητα, και που σήμερα δόθηκε κι αυτό αντιπαροχή.

Το χωράφι είχε κότες και έναν κόκορα – που μια φορά με πήρε στο κυνήγι και με τσίμπησε -, μια πελώρια συκιά που μας χάριζε δωρεάν σύκα κάθε Αύγουστο και καλαμιές, οπού καμία φορά εμφανίζονταν φίδια και τα βράδια νυχτερίδες. Στα γύρω χωράφια, που βγαίναμε τα παιδιά περιπέτεια, μια φορά βρήκαμε κουτάβια – τα περισσότερα έζησαν, ένα δεν τα κατάφερε. Εκεί είδα και πρώτη φορά αρουραίο – που ήταν μεγάλος σαν μικρό σκυλί.

Καμία φορά το μεσημέρι, φεύγαμε σκαστοί στα μοναδικά ηλεκτρονικά στη γειτονιά, που τα είχε στο καφενείο της η κυρά Μαρίτσα. Κάποια έπαιρναν εικοσάρικο, αλλά πενηντάρικο – pacman, ποδοσφαιράκι και όσα άλλα μπορούσε να βρει κανείς εκείνη την εποχή. Η κυρά Μαρίτσα είχε κι ένα μεγάλο χωράφι με καρπούζια και ντομάτες που το είχαμε θέα από τη βεράντα της γιαγιάς.

Η νονά του Φιλίππου, η Κατίνα έφτιαχνε ένα καταπληκτικό κριθαράκι κοκκινιστό – και είχε διακοσμητικό ένα μπουκάλι Ballantines επάνω στο ψυγείο της. Η γιαγιά μου η Τούλα έφτιαχνε κάτι θηριώδη απογευματινά σάντουιτς με κεφτεδάκια τηγανητά, ντομάτα και μουστάρδα. Τα μεσημέρια ερχόταν ο παππούς από το δικηγορικό του γραφείο στα Λουλουδάδικα, οδηγώντας μέσα στη ζέστη ένα κόκκινο Simca Chrysler, κι έφερνε φρούτα. Νωρίτερα πηγαίναμε για μπάνια στη θάλασσα και τρώγαμε λαδερά, μαγειρευτά ή κότα με πατάτες – ζητούσα αυτήν με τα τρία μπούτια.

Η Περαία μας έδωσε όμορφα παιδικά χρόνια, γλυκά καλοκαίρια και αναμνήσεις. Για παράδειγμα, έλεγαν οι μεγάλοι «τρόπος του λέγειν», όμως εγώ άκουγα «τρόπος του Λένιν» – πως ήξερε το εξάχρονο τον Λένιν, είναι μια άλλη συζήτηση που μάλλον οφείλεται στο προοδευτικό πρόσημο της οικογένειας. Μου πήρε χρόνια να καταλάβω ότι δεν υπήρχε τρόπος του Λένιν – και γι’ αυτό νομίζω συμπάθησα και τα απαρέμφατα αργότερα.

Εκεί ζήσαμε και μεγάλα γεγονότα – όπως τα καταλάβαινε ένα παιδί. Το Τσέρνομπιλ, τον μεγάλο καύσωνα, το Ευρωμπάσκετ, την Περεστρόικα, την συγκυβέρνηση, την καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων. Τότε ήταν και το τελευταίο μας καλοκαίρι στην Περαία, τα νερά της οποίας είχαν χαλάσει. Ο παππούς πούλησε το σπίτι και έκτοτε σταμάτησαν αυτά τα μακρά καλοκαίρια, με τις ξαφνικές μπόρες, τη μυρωδιά της καλοκαιρινής βροχής και το ουράνιο τόξο.

Τυχεροί ήμασταν που τα ζήσαμε κι αυτά – έκτοτε πήξαμε στις πολυκατοικίες. Υποσυνείδητα νομίζω ότι έχω συνδέσει την υψικάμινο της Χαλυβουργικής με μια αναγκαστική ενηλικίωση, όταν σταμάτησαν τα μπάνια, τα σύκα, τα εικοσάρικα στα ηλεκτρονικά και το καθημερινό καρπούζι με φέτα. Η καύση των φακέλων – η συμβολική λήξη του Εμφυλίου Πολέμου – συνέπεσε με το τέλος του παιδικού καλοκαιριού.

Τα ίχνη μας με τον Φίλιππο χάθηκαν για σχεδόν είκοσι χρόνια. Κάποια στιγμή το 2007, όταν ήμουν πια στην Αθήνα, ο Φίλιππος με εντόπισε και μου έγραψε. Τα λέγαμε τηλεφωνικά που και που και βρεθήκαμε μερικές φορές στη Θεσσαλονίκη, στο ινδικό, το Nargis, και στον «Λοξία» – όταν έγινε καφ(φ)ενείο που το έγραφε ο Κυπριανίδης – και σε εκείνο το θορυβώδες μπεργκεράδικο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, στην Αθήνα, που σήμερα είναι ιταλικό. Είχε έρθει και στον γάμο μας, όπου του γνώρισα και τη Μαρία. Μετά τον έχασα ξανά.

Μας χώριζαν πια κόσμοι ολόκληροι, όμως μας ένωναν υπαρξιακά τα παιδικά μας χρόνια – εκείνα τα απόρθητα κάστρα που επιβιώνουν μέσα μας, με τους πύργους, τους αξιωματικούς, τους ιππείς και τους στρατιώτες τους να φυλάνε τις σκακιέρες των αναμνήσεων. Την Άνοιξη του 2020 ο Φίλιππος έφυγε από κοντά μας. Μια μέρα ίσως ανταμώσουμε και παίξουμε ξανά εκείνη την παρτίδα σκάκι.

Όλα στη ζωή είναι εφήμερα. Κι έχουν, δυστυχώς, ημερομηνία λήξεως. Με προτεραιότητα, μάλιστα, τα καλά παιδιά. Γι’ αυτό να χαίρεστε τη ζωή σας.  Αν θέλετε να πείτε όχι, να το πείτε. Μην καταπίνετε τίποτα! Αν θέλετε να φλερτάρετε, βουρ! Εάν δεν το κάνετε, θα το μετανιώσετε.  Αν θέλετε να δείξετε την αγάπη σας σε κάποιον, να το κάνετε χωρίς δισταγμό.  Αν θέλετε να κάνετε σαχλαμάρες με τα παιδιά σας, να μην ντραπείτε – έχετε κάθε δικαίωμα στη χαρά του να είσαι κλόουν.

Αν η εσωτερική σας φωνή σας συμβουλεύει να αποφύγετε κάτι, να την ακούσετε. Έχει πάντα δίκιο. Να ασχολείστε με αυτά που αγαπάτε. Να μην μισείτε. Και να το μάθετε και στα παιδιά σας αυτό.  Η ζωή – και οι χαρές της – προέχει. Και ο χρόνος σας επίσης – είναι σπάνιος και να μην τον χαρίζετε σε κανέναν εάν δεν θέλετε. Να τα διαφυλάσσετε και να τα προστατεύετε κατ’ απόλυτη  προτεραιότητα.

Διότι είναι οι δύο μοναδικές μη ανακτήσιμες αξίες στη ζωή – όλα τα άλλα κάπως μπορούμε να πάρουμε πίσω.  Χρόνος και ζωή. Tempus et vita. Δίπλα στους ανθρώπους και τα πράγματα που αγαπάμε. Όποιος σου τρώει τον χρόνο, σου κλέβει ένα κομμάτι της ζωής σου. Είναι ένα ύπουλο πράγμα που συμβαίνει συνεχώς γύρω μας.

Εν αρχή ην η μουσική

Πέρα από την διόλου αυτονόητη τύχη να έχεις φιλόμουσους κολλητούς στην εφηβεία, αναζήτησα τη σχέση μου με τη μουσική ψυχαναλυτικά. Και κάποια στιγμή εντόπισα την αρχή του νήματος: Ο Νίκος Καββαδίας και η μελοποίηση της ποίησής του από τον Θάνο Μικρούτσικο, που μας έδωσε ένα από τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών στην Ελλάδα: Τον «Σταυρό του Νότου».

Τον δίσκο αυτόν τον θυμάμαι στο σπίτι μας, στη μεσοπολεμική πολυκατοικία της Αγίου Δημητρίου, από πάντα. Ως προνήπιο, μάλιστα, έμαθα να βάζω τον δίσκο στο πικάπ ξανά και ξανά. Μέχρι που έγινα ενοχλητικός – οι γονείς διάβαζαν, έγραφαν και ενοχλούνταν – και το πικάπ ανέβηκε στο τελευταίο ράφι μίας βιβλιοθήκης. Το προνήπιο, όμως, που είχε δείξει έγκαιρα την τάση του προς την μουσική, δεν πτοήθηκε. Μία μέρα, σκαρφάλωσε ράφι – ράφι την βιβλιοθήκη, έχοντας τον δίσκο στο στόμα, και πάνω που κατάφερε να τον βάλει στο πικάπ, η βιβλιοθήκη έγειρε και πλάκωσε το προνήπιο.

Το σοκ ήταν τέτοιο για τους γονείς που το πικάπ ξανακατέβηκε σε ύψος τέτοιο ώστε το προνήπιο να φτάνει και να βάζει μουσική χωρίς να σκαρφαλώνει – υπήρχαν και συλλογές από ανίερα hits των 80s στο σπίτι. Ο αγώνας είχε δικαιωθεί. Το νήπιο θα συνέχιζε να είναι DJ. Κάπως έτσι, στην κυριολεξία νηπιόθεν, χτίστηκε η σχέση με τη μουσική. Η αλήθεια είναι ότι θα μου μείνει απωθημένο να μαζέψω μουσικούς σαν τον Cayetano και τον Σεραφείμ Τσοτσώνη  και να αλλάξουμε τα φώτα στον Σταυρό του Νότου. Κάποια μέρα στο μέλλον θα το κάνω. Όλα τα χρωστώ στον Καββαδία!

Κυριακή του Ασώτου 2002 στην πλατεία Αριστοτέλους. Η μεγάλη συναυλία του 88μισό

Άλμα στον χρόνο 20 χρόνια μετά. Καλοκαίρι 2003, Αρμενιστής, στο 2ο πόδι της Χαλκιδικής. Ένα καταπληκτικό πάρτι με τον 88μισο. Ούτε 24 χρονών – όντως, το προνήπιο της Αγίου Δημητρίου είχε γίνει DJ. Ήταν μια εποχή μεταβατική. Πρώιμα ψηφιακή, αλλά χωρίς Facebook, YouTube και Instagram. Με dialup συνδέσεις και ογκοχρέωση. Η μουσική ήταν ένα ακριβό σπορ. Όπως έβγαιναν τα λεφτά από τα μεροκάματα, έτσι έφευγαν σε νέες κυκλοφορίες.

Το blockchain, το IoT, το cloud ήταν άγνωστες λέξεις. Τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό επιστημονική φαντασία. Η κινητή ευρυζωνικότητα κάτι που θα ερχόταν χρόνια μετά. Τα smartphones μακρινή προσδοκία. Τα περισσότερα POS δουλεύαν ακόμη με καρμπόν. Τα ταξιδιωτικά πρακτορεία είχαν ακόμη πλακέτες για να πωλούν τα εισιτήρια των αεροπορικών εταιρειών.

Η ΙΚΕΑ και η easyjet ήταν πολύ καινούριες. Η Ολυμπιακή ήταν ακόμη κρατική. Οι εφημερίδες πουλούσαν δεκάδες χιλιάδες φύλλα – με δέλεαρ μεγάλες προσφορές. Είχαμε από ένα Hotmail και από ένα Yahoo mail. Οι πιο θαρραλέοι έτρεχαν linux. Tablets δεν υπήρχαν. Πολλοί DJ ηχογραφούσαν τα set τους σε minidisc – μια μουσειακή σήμερα τεχνολογία.

Ο περισσότερος κόσμος είχε ακόμη φωτογραφικές μηχανές με φιλμ. Ταινίες νοικιάζαμε από τα βίντεο κλαμπ, τα οποία με το DVD είχαν ξεπεράσει την κρίση της βιντεοκασέτας. Τα lifestyle περιοδικά ακόμη πουλούσαν κι επηρέαζαν αρκετό κόσμο.

Τα μαγαζιά με τα γκάτζετ άνοιγαν σαν τα μανιτάρια. Οι πιτσιρικάδες έκαναν τατουάζ από χένα. Ο κόσμος ταξίδευε δίχως αύριο. Τα αγγλικά πανεπιστήμια γέμιζαν Έλληνες φοιτητές. Airbnb δεν υπήρχε. Στα κλαμπ της Ελλάδας παρήλαυνε το διεθνές jet set της μουσικής. Τα καφέ γίνονταν υπερπαραγωγές, η κοπέλα που καλωσόριζε τους πελάτες έγινε επάγγελμα, όπως άλλωστε και ο αυτοφωράκιας.

Ήταν μια Ελλάδα της ευμάρειας που έκρυβε με συνέπεια όλο και περισσότερη σκόνη κάτω απ’ το χαλί. Σε έναν πλανήτη που ούτε καταλάβαινε πως άλλαζε. Η σκόνη μας έπνιξε στη συνέχεια, αλλά τουλάχιστον είχαμε περάσει καλά.

Άνοιξη 2005, Θεσσαλονίκη. Στα Σφαγεία, στον 88μισο – στον Μύλο, δίπλα από τις σιδηροδρομικές γραμμές. Όπου, όταν περνούσαν τα τρένα που κουβαλούσαν συνήθως χύδην φορτίο, έτρεμε το στούντιο ολόκληρο.

Τότε η κονσόλα του ραδιοφώνου αποτελούσε φυσική προέκταση των χεριών. Και το μικρόφωνο φυσική προέκταση της φωνής – ίσως και τότε της ίδιας της ύπαρξης. Και υποδεχόμασταν – ούτε λίγο ούτε πολύ – τις νέες καλές μουσικές κυκλοφορίες με τιμές αρχηγού κράτους. Ήταν ακόμη μια εποχή της αθωότητας. Ένα γλυκό ρέκβιεμ για όλα αυτά που αγαπούσαμε τότε, υπηρετώντας καθημερινά την καλή μουσική και κρατώντας παρέα σε χιλιάδες ακροατές.

Έχοντας γνωρίσει δεκάδες μουσικούς και παραγωγούς, και όντας βέβαιος για το διάχυτο μουσικό ταλέντο της Θεσσαλονίκης, πήρα το τρένο για την Αθήνα – που τότε όντως έκανε 4.30 ώρες κατά παράβαση βέβαια του κανονισμού κινήσεως (αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, όπως θα ανακάλυπτα πολλά χρόνια αργότερα) – και πήγα στην Φραγκοκκλησιάς στο Μαρούσι, όπου τότε στεγαζόταν η Klik Records.

Μίλησα στον Γιώργο Κυριάκου για το ταλέντο που είχαμε εκεί πάνω, του άρεσε η ιδέα και ξεκίνησα να μαζεύω demo από όλη τη Βόρεια Ελλάδα – το καλύτερο ήρθε παραδόξως από το Μαρούσι, από τον καλό φίλο, Σεραφείμ Τσοτσώνη. Μήνες μάζευα demos, σε συνεργασία με studios, forums και δισκάδικα που ιδιαίτερα πρόθυμα να βοηθήσουν. Μαζεύτηκαν εκατοντάδες μουσικά κομμάτια, το ένα καλύτερο από το άλλο. Η επιλογή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Έμειναν εκτός εξαιρετικά πράγματα. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Με βαριά καρδιά.

Κάποια στιγμή αρχές Φθινοπώρου του 2005 η συλλογή είχε κλείσει. Όμως, για άσχετους λόγους ο στόχος για κυκλοφορία μέσα στον Νοέμβριο δεν πιάστηκε. Οι μήνες πέρασαν και ήρθε το χαρτί για τον στρατό. Μια κρύα νύχτα στο κέντρο εκπαίδευσης πυροβολικού της Θήβας, ένας «παλιός» μου είπε: «Ρε μαλακά Χεκίμογλου, άκουσα κάτι για σένα στον Best».

Αμέσως κατάλαβα ότι κυκλοφορούσαμε. Κι εγώ βρισκόμουν στην Δ’ πυροβολαρχία των εξ αναβολής, καθαρίζοντας! Η One Nation 2 – το sequel της καταπληκτικής One Nation – ήταν έξω. Και ανέδειξε μουσικούς, άφησε πίσω της επιτυχίες – σε decks και FM-, χρησιμοποιήθηκε στην τηλεόραση, πήγε στο εξωτερικό. 

Η μουσική του ελληνικού Βορρά είχε πια ακουστεί. Με το δικό της αποτύπωμα στην electronica της Ελλάδας και της ανατολικής Ευρώπης. Σύγχρονη και χωρίς να έχει τίποτε να ζηλέψει σε σχέση με την υπόλοιπη Δύση. Και αληθινά εξαγώγιμη.

Κάτι που έλεγα τότε όταν μάζευα το υλικό, ήταν ότι όχι μόνο θα έπρεπε να αντανακλά την καλλιτεχνική δημιουργία του Βορρά, αλλά και να συμπυκνώνει το ύφος και το ιδιαίτερο πνεύμα της εποχής. Να είναι χρήσιμη δηλαδή και στους ιστορικούς και τους μελετητές της μουσικής στο μέλλον. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα είναι ακόμη εδώ. Και ακούγεται μια χαρά. Σαν καινούρια!

Η πλατεία Αριστοτέλους σε 360 μοίρες

Άλλες ιστορίες από την κρύπτη: 88μισό, Κυριακή του Ασώτου 2002. Μία μικρή αιωνιότητα μας χωρίζει πια από τα χρόνια της αθώοτητας. Δυο μέρες πριν είχε λήξει η παράλληλη κυκλοφορία ευρώ – δραχμής.

Οι απίστευτες διαδικασίες αδειοδότησης των ραδιοφώνων στην Ελλάδα οδήγησαν άνευ λόγου σε στραγγαλισμό ένα από τα καλύτερα μουσικά ραδιόφωνα στην Ελλάδα. Αιτία μία εξόφθαλμα λάθος διοικητική πράξη που ακύρωσε την αποδεδειγμένη παλαιότητα του σταθμού ως κριτήριο της μοριοδότησης για την αδειoδότησή του – μία πράξη πίσω από την οποία όλοι βλέπαμε τότε τον πρώην υπουργό Τύπου Χρήστο Πρωτόπαππα.

Μεγάλη η κινητοποίηση, μεγάλη ηλεκτρονική διαμαρτυρία, χιλιάδες email ακροατών στον πρωθυπουργό και τον αρμόδιο υπουργό. Κάναμε και διαγωνισμό σχεδιασμού t-shirt – το “keep it up” βγήκε πρώτο. Μας έκαναν και πρωτοσέλιδο στα περιοδικά.

Επιστέγασμα ήταν μία κορυφαία συναυλία – διαμαρτυρία στην πλατεία με σπουδαία ονόματα της ελληνικής σκηνής: Μίκρο, Μωρά στη Φωτιά, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Blues Wire, Ντίνος Σαδίκης, Xaxakes, Universal Trilogy – ήρθαν και οι «Αέρα Πατέρα» με τρένο από την Αθήνα – αλλά λόγω ΟΣΕ, άργησε και έφτασαν τελικά στη λήξη της συναυλίας.

Η πλατεία γέμισε – δεν έπεφτε καρφίτσα – το 2002. Τις επόμενες μέρες, ο τότε υφυπουργός Μεταφορών Σπύρος Βούγιας βγήκε στον αέρα του 88μισό και δήλωσε ότι θα δοθούν και άλλες άδειες. Το θέμα μετατέθηκε για τις ελληνικές καλένδες, αλλά η ζημιά είχε γίνει.

Σπουδαία επαγγελματική εμπειρία το ραδιόφωνο αυτό – 21 χρονών ήμουν όταν ξεκίνησα. Σταδιακά όλοι σκορπίσαμε, μας έμειναν οι αναμνήσεις (των καλών και των κακών στιγμών), οι εμπειρίες, η μυρωδιά του στούντιο και ο ήχος των τρένων που περνούσαν από τον παλιό σταθμό. Και φυσικά οι μουσικές, τις οποίες έφτανα στο τέλος να μαζεύω σε πρωτογενή μορφή από δισκάδικα και στούντιο. Πάντα στο κυνήγι. Όλα αυτά από την εποχή των dial-up που αφήσαμε πίσω μας. Δεν έχω κάποια εμμονή με τις dial-up και τις αναφέρω συνέχεια, αλλά οι νεότεροι ημών που διαβάζουν αυτό το κείμενο, δεν θέλουν να ξέρουν τι περάσαμε για να γίνουμε ένα με το ίντερνετ.

Leave a comment