Πολλά χρόνια πριν, νέος συντάκτης – έμμισθος από την πρώτη στιγμή, προς τιμήν του Οργανισμού – ξεκινούσα φτου και από την αρχή ως «εφημεριδάς» στον ΔΟΛ, μετά τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα στο ραδιόφωνο του 88μισο της Θεσσαλονίκης, στον Μύλο.

Ήταν στην κυριολεξία όλα καινούρια. Χάρη στο θράσος και την αποφασιστικότητα που μας έμαθε το ραδιόφωνο– αλλιώς δεν μπορείς να βγεις στον αέρα – κάποια πράγματα ήταν εύκολα, ωστόσο η εφημερίδα δεν έπαυε να είναι μια άλλη δουλειά: Ο «εφημεριδάς» (όσο ακόμη υπάρχει) είναι εκεί για να βγάζει ειδήσεις.

Γολγοθάς. Μόνος σε έναν άγνωστο ωκεανό. Χωρίς πηγές. Με μόνο σωσίβιο την εργατικότητα, το ήθος και φυσικά την εγρήγορση – που είναι το 70% του επαγγέλματος. Και εξαιρετικούς συναδέλφους που μου στάθηκαν από την πρώτη στιγμή και τους οποίους θεωρώ κάτι σαν οικογένεια. Αλλά και την παλιά, διαχρονικότατη συμβουλή του Κέντρου Εκπαίδευσης Πυροβολικού της Θήβας: «Βλέπε, άκου, σώπα».

Το πρώην κτίριο του ΔΟΛ στην οδό Μιχαλακοπούλου. Φλεβάρης 2016
Το πρώην κτίριο του ΔΟΛ στην οδό Μιχαλακοπούλου. Φλεβάρης 2016

Αναπληρωτής διευθυντής ήταν ο Χρήστος Μεμής, που ήταν και ο άνθρωπος που με εμπιστεύτηκε και μου είπε το «ξεκινάμε αύριο».

Ξεφύλλισε το portfolio των δημοσιεύσεων στα τοπικά μέσα της Θεσσαλονίκης. Είχε στρατιές να γράφουν εναλλακτικά «κείμενα πόλης» και ήθελε «σκληρές ειδήσεις από την κοινωνία και την αγορά». Κάπου εκεί του απάντησα ότι δούλευα για χρόνια στη νύχτα, χάρηκε και τα βρήκαμε – έτσι προέκυψαν και τα ατελείωτα ρεπορτάζ για το έγκλημα, τα ναρκωτικά και την πορνεία στο κέντρο της Αθήνας. Ως DJ – και για λίγο αιθουσάρχης – ήμουν «ειδικός».

Σε όλα αυτά τα χρόνια, με τον Σταύρο Ψυχάρη συνομίλησα συνολικά τέσσερις-πέντε φορές. Η πρώτη φορά ήταν το καλοκαίρι του 2009, όταν με κάλεσε για να μου ανακοινώσει ότι μπαίνω στο μισθολόγιο. Τότε, έχοντας ανά χείρας το βιογραφικό μου, μου είπε: «Στη δημοσιογραφία, ό,τι και αν κάνεις, κανείς ποτέ δεν θα σου πει ευχαριστώ». Μεγάλη κουβέντα. Κάθε μέρα ήταν μία καινούρια μέρα.

Το σύστημα δούλευε ρολόι. Και τι συντακτική ομάδα! Όλων των αποχρώσεων, πολυσυλλεκτική! Στη συνέχεια, πέθανε ο Χρήστος Λαμπράκης (1934-2009), ήρθε η κρίση, έκλεισε το ημερήσιο φύλλο, απολύθηκε κόσμος, έγιναν ευρύτερες ανακατατάξεις. Όμως το πνεύμα της δημοσιογραφικής εργασίας δεν άλλαξε. Μία δεκαετία κοντά στον ΔΟΛ, σε αυτή τη Μεγάλη του Έθνους σχολή, έγραψα πάνω από 2.700 ρεπορτάζ και κάποια άρθρα γνώμης.

Σχεδόν μία δεκαετία, η μόνη αμφισβήτηση που μπορεί να αντιμετώπιζα συνδεόταν με την δική μου ικανότητα τεκμηρίωσης του προτεινομένου θέματος – εάν το θέμα ήταν χοντρό, αλλά δεν υπήρχε τεκμηρίωση. Άντε να μου κόπηκαν σοβαρά θέματα ούτε δέκα φορές.  Βαθμιαία, με άφηναν να κάνω ό,τι θέλω, όπως θέλω, οπότε θέλω, χωρίς δεσμεύσεις και αστερίσκους. Μέχρι κι εταιρεία στην οποία συμμετείχε ο ΔΟΛ είχα «σεντράρει» – εν αγνοία μου.

Βέβαια, δεν γίνονταν όλα αυτόματα. Και διεκδίκηση ήθελε, και μουρμούρα, και υπεράσπιση του θέματος. Τίποτε δεν έρχεται αβρόχοις ποσίν στη ζωή.  Σε ένα τέτοιο περιβάλλον όποιος θέλει να μάθει, μαθαίνει. Και μαθαίνει να είναι αυτό που ο μύθος του επαγγέλματος επιτάσσει: Η τέταρτη εξουσία, δηλαδή τα αυτιά και τα μάτια του αναγνώστη στους σκοτεινούς θαλάμους της εξουσίας.

Υπάρχει μια τεράστια παρεξήγηση για το δημοσιογραφικό επάγγελμα, που προκλήθηκε λόγω του λαϊκισμού, της ισοπέδωσης του copy–paste και της στρατευμένης δημοσιογραφίας. Σαφώς και ο δημοσιογράφος θα αναδείξει τα κακώς κείμενα και θα επισημάνει την αδικία.

Όμως κρατάει σφυρίχτρα. Δεν είναι ούτε μπάτσος ούτε εισαγγελέας. Και κυρίως ούτε δικαστής. Ο δημοσιογράφος είναι αγγελιοφόρος. Φέρνει την είδηση – το πώς δεν έχει κανένα νόημα να συζητείται ούτε νοιάζει τον αναγνώστη. Εάν έχει επίγνωση της δύναμής του (μίας δύναμης που αντλεί από τους αναγνώστες τους και από κανέναν άλλον), ο δημοσιογράφος συνδιαμορφώνει ή χαλάει την ατζέντα.

Η δημοσιογραφία είναι δουλειά ιεραποστολική, σχεδόν εμμονική. Δεν είναι μια νορμάλ δουλειά. Και πιστέψτε με. Δεν μπορεί να την κάνει ο καθένας. Αλλά και δεν είναι καθόλου λίγοι αυτοί που την κάνουν σωστά. Απλώς οι υπογραφές χάνονται στο copy-paste του διαδικτύου και των αναπαραγωγών από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Να το ξέρετε: Όταν βγαίνουν μεγάλες ειδήσεις και αποκαλύψεις, είναι γιατί ένας συνάδελφος υπερέβη τα κοινώς εννοούμενα ανθρώπινα όρια κι εαυτόν και έφερε από τους σκοτεινούς θαλάμους της εμπιστευτικότητας, ένα στιγμιότυπο αλήθειας. Δεν υπάρχει το αφοριστικό «εγώ τα διαβάζω στο ίντερνετ». Πρωτογενή δημοσιογραφική εργασία κάνουν καθημερινά λίγες δεκάδες άνθρωποι σε όλη τη χώρα, η δουλειά των οποίων απλά αναπαράγεται καθολικά. Γι’ αυτό και ο Μάγερ έγραφε ότι «η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης».

Η μυρωδιά της κατάρρευσης

Κολάζ από την ΑΒ3 στη Διπλάρειο Σχολή, Νοέμβρης 2011
Κολάζ από την ΑΒ3 στη Διπλάρειο Σχολή, Νοέμβρης 2011

Ήταν μια κρύα Κυριακή του Νοέμβρη του 2011. Στην εφημερίδα ήμασταν σε επιφυλακή. Η κυβέρνηση Παπανδρέου κατέρρεε. Ο κίνδυνος για έξοδο από την Ευρωζώνη ήταν εκεί. Η αίσθηση της πτώσης ήταν έντονη. Το ίδιο και το πολιτικό παρασκήνιο.

Στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου, η χώρα βρήκε μια πρόσκαιρη σταθερότητα, η οποία διήρκεσε μέχρι τον Απρίλη του 2012 – όταν ο τότε πρόεδρος της ΝΔ οδήγησε τη χώρα σε εκλογές. Ο Παπαδήμος, πρωτεργάτης της εισόδου της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, είχε το κύρος και την αξιοπιστία που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Η γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος και τα διάσημα «πινακάκια» του έδειχναν να πείθουν τους εταίρους της χώρας.

Ωστόσο, πήρε δύσκολες αποφάσεις, που απαιτούσαν οι δανειστές. Τον Φλεβάρη του 2012 η Αθήνα καιγόταν. Ο δικομματισμός διαλυόταν στη Βουλή. Μεταξύ άλλων, είχε προηγηθεί η μείωση του κατώτατου μισθού – μια τρομερά δύσκολη απόφαση – κατ’ απαίτηση της τρόικας. Οι ξένοι δεν άφηναν καμία επιλογή.

Έτσι είναι η πολιτική: Καλείσαι να επιλέξεις το λιγότερο κακό – σπάνια οι επιλογές είναι καλές. Αμείλικτο και ανελέητο σπορ, όταν είσαι το αδύναμο μέρος της διαπραγμάτευσης. Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι, εάν η κυβέρνηση Παπαδήμου ολοκλήρωνε το πρόγραμμα, σήμερα η κατάσταση της χώρας θα ήταν διαφορετική. Η ιστορία όμως δεν γράφεται με εάν.

Οι μέρες του Νοέμβρη του 2011 ήρθαν ως φυσική συνέχεια του Μαΐου 2010 που στιγματίστηκαν από τα γεγονότα της Marfin – και τον θάνατο τριών ανθρώπων. 

Η ανάμνηση ξυπνά αναπόφευκτα. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που νιώθεις ανήμπορος. Που σου κόβονται τα πόδια από τον φόβο και την αγωνία. Που παγώνεις από την αδυναμία σου να αντιδράσεις. Και που τρομάζεις από την παγερή αδιαφορία και την απανθρωπιά.

Ήταν 5 Μάη 2010. Ημέρα γενικής απεργίας – μίας απεργίας για την οποία μετανιώσαμε οι περισσότεροι δημοσιογράφοι. Πήγα στην πορεία κυρίως από περιέργεια. Το πλήθος μέγα – ίσως το μεγαλύτερο που έχω δει σε αντίστοιχες κινητοποιήσεις. Είχε ζέστη και σκόνη από την Αφρική που δημιουργούσε ένα δυστοπικό σκηνικό.

Από την αρχή της Σταδίου διέκρινε κανείς καπνούς. Πίστευα ότι οι συνήθεις ύποπτοι θα είχαν βάλει φωτιές σε κάδους. Όσο πλησίαζα όμως φαινόταν πια ότι καιγόταν κάποιο κτίριο. Φοβήθηκα. Έστειλα μία φωτογραφία στον κολλητό μου στο εξωτερικό, γράφοντας του “Viva la Republica Argentina“.

Μου φάνηκε ως προοίμιο γενικότερων αναταραχών. Ούτε ήξερα τι θα ακολουθούσε.

Φτάνοντας στο κτίριο της Marfin, με τρόμο είδα δύο γυναικείες φιγούρες απελπισμένα να ζητούν βοήθεια από το μπαλκόνι της τράπεζας. Στο μεταξύ, πέτυχα ανθρώπους να περνούν από κάτω και να τις βρίζουν χυδαία. Πόσο μίσος! Φώναζα: «Μία σκάλα ρε παιδιά! Μία σκάλα!»

Ένα όχημα της πυροσβεστικής προσπαθούσε με τεράστια προβλήματα να προσεγγίσει το σημείο. Κάποιοι έξυπνοι δεν του επέτρεπαν να περάσει, ενώ άλλοι έβριζαν τους πυροσβέστες. Μέχρι να φτάσει και να προσπαθήσει να αναλάβει την κατάσταση, οι φωνές είχαν σταματήσει να ακούγονται. Ήταν πια αργά. Με τον Τύπο να απεργεί, δεν υπήρχε καμία ενημέρωση. Ή μάλλον υπήρχε μόνο μέσω εξωτερικού, από τους ξένους ανταποκριτές.

Σύντομα, τα νέα για τους νεκρούς έφτασαν: Στην αρχή ως πληροφορία και έπειτα ως επιβεβαίωση. Η αντίδραση του κόσμου ήταν μάλλον απροσδόκητη. Ένα μπλοκ διαδηλωτών άρχιζε να φωνάζει: «Aλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι!». Είπα μέσα μου: «Κι εμείς τι φταίμε»; Αργότερα, η απεργία των δημοσιογράφων ανεκλήθη, εσπευσμένα – με προβληματικές συγκοινωνίες – πήγαμε στα γραφεία και την άλλη μέρα κυκλοφόρησαν τα φύλλα για τους νεκρούς της Marfin.

Πέρασαν τόσα χρόνια. Ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω το μίσος αυτών που έβριζαν χυδαία τις γυναίκες κι εμπόδιζαν τους πυροσβέστες. Και των παλιάνθρωπων που έβαλαν εν πλήρη συνειδήσει φωτιά σε ένα κτίριο γεμάτο με ανθρώπους. Τους οποίους ακόμη τους ψάχνουμε.

Το Γκαφολόγιο

Γραμμή 2. Μάρτης 2016

Στη δημοσιογραφία καμία φορά την πατάς – είτε γιατί κατάλαβες λάθος είτε γιατί εμπιστεύθηκες λάθος ανθρώπους είτε γιατί δεν το έψαξες αρκετά καλά. Κοινός παρονομαστής όλων είναι η πίεση του χρόνου και το κυνήγι των ειδήσεων…

Και η αρχοντιά μου την είχε πατήσει στα χρόνια του ΔΟΛ – με τις φούσκες της Velti και της Globo. Τι να διπλοτσεκάρει ένας ρεπόρτερ, όταν τις άψογες οικονομικές τους καταστάσεις υπέγραφαν γνωστοί ορκωτοί; Θα μπεις κρυφά στο λογιστήριο να ψάχνεις τιμολόγια; Θα ψάχνεις στα τυφλά εγχώριους και υπεράκτιους λογαριασμούς;

Θα ξεψαχνίσεις ενδοομιλικές συμβάσεις; Όχι, απλά γιατί δεν μπορείς. Η δημοσιογραφία δεν έχει κανένα τέτοιο εργαλείο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για να εξιλεωθείς, είναι να τους κυνηγήσεις χωρίς έλεος, όταν με το καλό κάποια αρμόδια αρχή τους πιάσει στα πράσα.

Με έναν άλλον απατεώνα που είχα ασχοληθεί, ήταν αδύνατον να εξασφαλίσω τις 10 αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που είχαν εκδοθεί εις βάρος του. Ο νόμος και η προστασία των δεδομένων προηγούντο της δημοσιογραφικής έρευνας.

Έτσι είναι η ζωή. Λάθη δεν κάνει, όποιος δεν κάνει τίποτα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Το λάθος είναι ένα χρήσιμο, πολύτιμο και γόνιμο κομμάτι της ζωής – εκτός εάν δεν μαθαίνεις από αυτό, οπότε γίνεται μία πορεία προς τον τοίχο.

Όταν, για παράδειγμα, γράφεις για νέα παιδιά, είναι αλλιώς. Αυτόματα, το γυρνάς στο θετικό. Ακόμη και εάν μια εσωτερική φωνή σε καλεί να το δεις λίγο καλύτερα, νοιώθεις περίεργα, σου βγαίνουν τύψεις. Πόσο πεζός και τυπολάτρης μπορείς να είσαι ώστε να ζητάς από κάθε νέο παιδί που σε «πιτσάρει», καταστατικά, ισολογισμούς, εξτρέ και βεβαιώσεις περί μη οφειλών στο δημόσιο; Δημοσιογράφος είσαι, όχι δημόσια υπηρεσία. Ο καπιταλισμός στηρίζεται στην πίστη και την εμπιστοσύνη.

Βέβαια, η Ελλάδα δεν περίμενε τις εκδηλώσεις των startups, την καινοτομία και τις ιστορίες επιτυχίας για να επιτρέψει σε φελλούς να επιπλεύσουν. Αντίθετα, οι φελλοί και τα «αεροπωλεία» έχουν μακρά παράδοση σε τούτα εδώ τα μάρμαρα – που κακιά σκουριά δεν πιάνουν, αλλά ένα τριψιματάκι δεν θα τους έκανε κακό.

Το συζητούσα με έναν φίλο. Εάν ανατρέξετε στα αρχεία των εφημερίδων, θα δείτε ότι οι ιστορίες επιτυχίας απόδημων Ελλήνων ή νέων επιχειρηματιών ήταν πάντα στην ατζέντα. Δεν είναι απλά «αντίδοτο στην κρίση», όπως μάθαμε στην Α’ Μνημονιακή Περίοδο. Αλλά για μια διαχρονική τάση που κάθε φορά έρχεται να επιβεβαιώσει στο συλλογικό υποσυνείδητο αυτό που συζητάνε στα καφενεία της χώρας από τον 19ο αιώνα: Την παραμορφωτική αντανάκλαση στον εθνικό καθρέφτη που σχηματίζεται από έναν ανώμαλο κοινό τόπο που θέλει την Ελλάδιτσα να είναι πράγματι το κέντρο του σύμπαντος.

Βλέποντάς το κυνικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα ακόμη από τα παράξενα αυτά υποπαράγωγα μιας παρακαταθήκης ενός Κεμαλισμού light. Μια Ελλάδα κέντρο του γαλαξία, με σούπερ ήρωες σε όλο τον πλανήτη να ανεβάζουν ψηλά τον πήχη της οικουμένης, αλλά μέχρι εκεί – κατά τα άλλα μακριά και αγαπημένοι.

Τέτοιοι είμαστε. Δυτικοί όταν εισπράττουμε και Ανατολίτες όταν βάζουμε το χέρι στην τσέπη. Φράγκοι στα δικαιώματα και Ρωμιοί στις υποχρεώσεις, τα κεκτημένα, τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Ένας χρήσιμος παρανοϊκός δυϊσμός ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που εξασφαλίζει τόσο την εξωστρέφεια που χρειάζεται για να ζήσεις στοιχειωδώς όσο και την απαραίτητη απομόνωση ώστε με πείσμα να συνεχίζεις να βράζεις στο ζουμί σου, αποδίδοντας τον βρασμό της ακινησίας σε μακρύ κατάλογο υπόπτων.

Κάθε μέρα γινόμαστε αποδέκτες ενός τρομακτικού όγκου πληροφορίας, ο οποίος στο μεγαλύτερο κομμάτι του δεν έχει καμία επιρροή ή επίπτωση στη ζωή μας. Όπως παλιά πηγαίναμε για καφέ και χαζεύαμε τα κορίτσια να περνούν, έτσι και σήμερα σκρολάρουμε και Κύριος οίδε τι θα μας εμφανίσει μπροστά μας ο αλγόριθμος.

Για αυτό να είστε εκλεκτικοί και να προτιμάτε τα επώνυμα. Εάν το άρθρο που διαβάζετε, υπογράφεται από κάποιον, αυτό αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα τεκμήριο ότι κάποιος το έψαξε και το πήρε πάνω του με την υπογραφή του. Δεν είναι νομοτέλεια, αλλά συνήθως δουλεύει. Και να κοιτάτε την ημερομηνία! Η πλάνη καραδοκεί!

Εις μνήμην ΔΟΛ

Hannah Höch, Die Journalisten

Ήταν 28 Μάϊου 1931, όταν δίπλα στη ναυαρχίδα του «Ελευθέρου Βήματος» προστέθηκαν τα «Αθηναϊκά Νέα», τα οποία έγιναν η κορυφαία απογευματινή εφημερίδα της Ελλάδας. Που ήταν, και παραμένει μέχρι σήμερα, πρώτη σε κυκλοφορία.

Το editorial του πρώτου φύλλου είναι συγκλονιστικό. Θα μπορούσε να είχε δημοσιευθεί στα σημερινά «Νέα» και να παρέμενε επίκαιρο. Στηλίτευε το δηλητήριο και τον λαϊκισμό της δημόσιας ζωής. Προειδοποιούσε για τους μεγάλους κινδύνους που βρίσκονταν προ των πυλών της χώρας. Έκρουε τον κώδωνα  ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να «απαρνηθή τας φιλελεύθερας παραδόσεις της και να οπισθοδρομήση προς τον δεσποτισμόν».

Διότι αυτό ήταν πάντα η χώρα μας: Ένας τόπος, που δια πυρός και σιδήρου, έγινε μία νησίδα δημοκρατίας και ελευθερίας, ένας φορέας των αξιών της Δύσης, στο επίκεντρο μίας προβληματικής γεωγραφικής περιοχής. Δεσποτείες και κακές σκουριές δεν πιάσανε ποτέ στα μάρμαρα της Ελλάδας.

Θεματοφύλακες αυτής της παρακαταθήκης ήταν οι δημοσιογράφοι που υπηρέτησαν επί δεκαετίες τους τίτλους των «Νέων», του «Βήματος», του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», του in.gr και των υπόλοιπων εντύπων του οργανισμού.

Δεκάδες εξαιρετικοί επαγγελματίες που κράτησαν ψηλά τον πήχη μέχρι την τελευταία στιγμή, απλήρωτοι υπό αντίξοες συνθήκες. Ρεπόρτερ με τους οποίους απλά δεν ήθελες να μπλέξεις.  Συντάκτες ύλης που απογείωναν την παρουσίαση του ρεπορτάζ. Συνάδελφοι που αργούσαν να επιστρέψουν στις οικογένειές τους γιατί περίμεναν υπομονετικά από σένα να τελειώσεις το θέμα για να στείλουν την σελίδα στο τυπογραφείο. Αλλά και στελέχη που σε έριχναν στα βαθιά και σε βοηθούσαν να αναδειχθείς.

Αυτή η ομάδα είναι η ιστορική παρακαταθήκη του Συγκροτήματος. Και θα είναι κέρδος για την κοινωνία και την οικονομία να έχει συνέχεια: Ευρωπαϊκός προσανατολισμό, η προοδευτική σκέψη, σοβαρότητα και προώθηση του πολιτισμού, των τεχνών και των γραμμάτων.

Το Συγκρότημα δημιουργήθηκε την εποχή της μεγαλύτερης κρίσης της σύγχρονης ιστορίας του ελληνικού έθνους, το 1922. Θα ήταν παράδοξο να έκλεινε τον κύκλο του σε μία περίοδο ευμάρειας.

Το τέλος του ήρθε σε μία περίοδο πολλαπλών κρίσεων για τη χώρα και τον κόσμο, αλλά και υπαρξιακής κρίσης του ιστορικού, πολιτικού χώρου τον οποίον εν πολλοίς εξέφραζε.

Άλλωστε, όπως μαρτυρά και το πρώτο φύλλο του Ελευθέρου Βήματος (6.ΙΙ.1922), η αποστολή του Τύπου είναι «πολύ δυσχερεστέρα», καθώς «το θάρρος του… οφείλει πάντοτε να είναι ανάλογον προς τας μεγάλας ευθύνας».

Γουστάρεις – Μπουτάρης

Δρώμενα στην πεζοδρομημένη οδό Αγίας Σοφίας. Δεκέμβρης 2018
Δρώμενα στην πεζοδρομημένη οδό Αγίας Σοφίας. Δεκέμβρης 2018

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει ο Γιάννης Μπουτάρης λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη του εκλογή στον Δήμο της Θεσσαλονίκης. Ήταν μια καθημερινή απόγευμα, με μπόλικο Σαλονικιώτικο κρύο. Από αυτό που παίρνει την υγρασία και στην περνάει μέχρι το μεδούλι. Πραγματικά, τόσα χρόνια στην Αθήνα και δεν έχω συναντήσει ποτέ τέτοιο κρύο εδώ.

Ήταν μια εποχή δύσκολη. Εκείνη την περίοδο είχε κλείσει το ημερήσιο «Βήμα» και πολλοί συνάδελφοι είχαν απολυθεί. Έτσι, βρέθηκα να καλύπτω ξαφνικά το υπουργείο Μεταφορών. Και με ΠΑΣΟΚ ορθόδοξο ακόμη στο τιμόνι του (Ρέππας, Μαγκριώτης, Τσιόκας – Βούγιας εξ ανανεωτικών που είχε αντικαταστήσει τον «Σύφουνα», Οικονομίδης, Σέργιος, Κάτσικας οι τεχνοκράτες). Και Τσίτουρας.

Επίσης, είχα τη μέση μου και μετά βίας περπατούσα. Το πρόβλημα μου πρωτοεμφανίστηκε κατά την διάρκεια της δεύτερης επετείου της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, την ώρα που βρισκόμασταν με άλλους δημοσιογράφους στα Εξάρχεια και καλύπταμε τα γεγονότα – ακόμη είχα ανοσία στα δακρυγόνα.  Για ανάρρωση επέλεξα να πάω στη Θεσσαλονίκη για να περάσω τα Χριστούγεννα. Τελικά, μου πήρε πολλούς μήνες για να συνέλθω.

Κάποια στιγμή βαρέθηκα να κάθομαι, πήρα τον Μπουτάρη και κανονίσαμε τη συνέντευξη. Πήρα ταξί και πήγα στο δημαρχείο με τα χίλια ζόρια. Τον είχα ψηφίσει κιόλας και το είχα χαρεί. Ο κυρ-Γιάννης, προβακάτορας όπως πάντα, ήταν και είναι μετρ της επικοινωνίας.

Πετούσε ρητορικά πυροτεχνήματα ως μπανανόφλουδες για να τα πατήσουν οι θρησκόληπτοι, οι εθνικιστές και οι ψεκασμένοι.  Ήταν και η εποχή που ο τοπικός Μητροπολίτης είχε παραβιάσει την «κόκκινη γραμμή», παρενέβη στην εκλογική διαμάχη και τάχθηκε κατά της υποψηφιότητάς του, χαρίζοντάς τελικά του την δημαρχία, αφού στον β’ γύρο ο Μπουτάρης (στον Α’ γύρο ήταν δεύτερος) συγκέντρωσε την προοδευτική ψήφο, η οποία είχε μπουχτίσει με την διαιώνιση μιας αισθητικής ΕΡΕ από την τοπική ΝΔ. Ήταν κι εποχή #logo31 – δεν ήθελε και πολύ. Ο Μπουτάρης ήταν τυχερός. Έπεσε σε εποχή που απαιτούσε αλλαγές.

Η πολιτική είναι το πιο παράξενο σπορ, στο οποίο μετράει τελικά το αποτέλεσμα. Την επικαρπία την πιστώνεται το παρόν, την κυριότητα όμως οποίο όνομα αντέξει στην ιστορία. Δείτε αλληλουχία: Στα μπαζώματα του Καραμανλή (του αείμνηστου), ήρθε ο ομώνυμος διάδοχος της δυναστείας, έβαλε μπροστά τον τότε δήμαρχο Παπαγεωργόπουλο (μετέπειτα θητεύσαντα στις κρατικές φυλακές) ο οποίος δημοπράτησε την φάση Α’ της Νέας Παραλίας Θεσσαλονίκης.

Τα λεφτά του τα βρήκε η κυβέρνηση της ΝΔ από το ΕΣΠΑ.  Τη Β’ φάση τη δημοπράτησε ο Μπουτάρης. Ανάδοχος του διαγωνισμού ανεδείχθη κατασκευαστής που κατέβηκε στον διαγωνισμό, έχοντας συνάψει την πρώτη μνημονιακή επιχειρησιακή σύμβαση (δηλαδή με ημερομίσθια θεωρητικά κάτω από τη συλλογική σύμβαση εργασίας) στην πρώτη, τροϊκανή περίοδο της χώρας. Έτσι πήρε το έργο με την απίστευτη έκπτωση του 50%.

Κι εκεί που η κατασκευαστική πιάτσα προεξοφλούσε ότι το έργο δεν βγαίνει (μαθημένη στα  «εκπτωτικά πακέτα» επιφανών κατασκευαστών που οδήγησαν σε κουφάρια ανά την Ελλάδα), η Νέα Παραλία προχώρησε και παραδόθηκε τελικά μια χαρά, χαρίζοντας στη Θεσσαλονίκη ένα εμβληματικό τοπόσημο που ανανέωσε την εικόνα της πόλης και πλάθει το νέο της αφήγημα διεθνώς.

Η Θεσσαλονίκη ήταν μία από τις ελάχιστες πόλεις στην Ελλάδα που έκαναν άλματα μέσα στην κρίση. Και η περίπτωσή της επιβεβαίωσε όσα έλεγε ο Μπίζμαρκ για τους νόμους και τα λουκάνικα. Στη ζωή μετράει το αποτέλεσμα, το οποίο συχνά μπορεί να είναι καρπός ανίερων συμμαχιών μεταξύ αγγέλων και διαβόλων, αλλά και απίστευτων συγκυριών.

Ο Μπουτάρης ανέτρεψε μια βαριά πολιτική παρακαταθήκη της παλιάς Δεξιάς, που δεν είχε τολμήσει να πειράξει ούτε το ΠΑΣΟΚ, και έριξε έναν σπόρο εξωστρέφειας, που απέδωσε καρπούς. Στην καθημερινότητα δεν έφερε μεγάλες αλλαγές, ενώ ανέχθηκε καταστάσεις κι έκανε πολλά λάθη. Μακάρι να τον είχαμε δήμαρχο, όταν ήμασταν πιτσιρικάδες που ήταν και άλλες, καλύτερες εποχές. Στα δύσκολα, όπως στο δημοψήφισμα, πήρε θέση, δεν κρύφτηκε ούτε χάιδεψε αυτιά. Έβγαινε πρώτος στο pride. Αυτά δεν τα είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα. Και όλα είχαν προσωπικό κόστος για τον ίδιο.

Μέσα στην αμετροέπειά του, που είχε ως κίνητρο να τρολάρει τους Αθηναίους δημοσιογράφους, οι οποίοι τον έπαιρναν πάντα στα σοβαρά, ο Μπουτάρης δίδαξε μέτρο. Και, μέσα στην παλαβομάρα του, έναν άνθρωπο που επέλεγε πολύ καλά τις μάχες του, αλλά και ήξερε που να σταματά.

Θυμάμαι μια μέρα που ένα στέλεχος της ΝΔ – σκληρός δεξιός- με είχε καλέσει στο γραφείο του για να παραπονεθεί γιατί στο «Βήμα» παίζαμε Μπουτάρη, ρωτώντας τι έπρεπε να κάνει για να έχει αντίστοιχη δημοσιότητα. Του απάντησα: «Βγες και κάνε δήλωση: “Να κάνουμε ότι κάνει το αδελφό κόμμα της Μέρκελ στη Γερμανία. Να βγάλει η ΝΔ άρμα στο Pride της Θεσσαλονίκης!”. Έτσι, θα πάρεις δημοσιότητα σαν του Μπουτάρη”». Έμεινε άφωνος. Τα έχασε. Και άλλαξε συζήτηση. Ακόμη εκδίδει δελτία τύπου που εμπνέονται από αμιγώς χωροφυλακίστικο ύφος.

Leave a comment